Οι ελληνικές τράπεζες αξιοποιούν το πλεόνασμα ρευστότητας για να ενισχύσουν σταδιακά τα χαρτοφυλάκια ομολόγων τους, με σαφή μετατόπιση από τους ελληνικούς τίτλους προς ευρωπαϊκά κρατικά και εταιρικά ομόλογα. Η στρατηγική αποσκοπεί σε σταθερές αποδόσεις με περιορισμένο trading, αλλά ανοίγει και νέα μέτωπα κινδύνου.
Το ισχυρό κεφαλαιακό και ρευστότητακό προφίλ των ελληνικών τραπεζών, σε συνδυασμό με την άνοδο των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, επιτρέπει στο σύστημα να διατηρεί χαμηλό δείκτη δανείων προς καταθέσεις και ταυτόχρονα να αυξάνει τόσο τις χορηγήσεις όσο και τα επενδυτικά του χαρτοφυλάκια. Στο τρίτο τρίμηνο του 2025 οι τράπεζες πρόσθεσαν περίπου 520 εκατ. ευρώ σε ομόλογα, ανεβάζοντας τη συνολική αξία των χαρτοφυλακίων τίτλων κοντά στα 81 δισ. ευρώ.
Στροφή από τα ελληνικά στα ευρωπαϊκά ομόλογα
Ήδη από το πρώτο εξάμηνο του 2025 καταγράφεται σαφής στροφή των τεσσάρων συστημικών τραπεζών: η έκθεση σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου παραμένει υψηλή, αλλά το νέο χρήμα κατευθύνεται κυρίως σε τίτλους χωρών της Ευρωζώνης – ιταλικά, ισπανικά και άλλα κρατικά ομόλογα. Στο εξάμηνο, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα (μαζί με έντοκα γραμμάτια) ανήλθαν σε 34,34 δισ. ευρώ, ενώ τα ξένα ομόλογα έφτασαν τα 28,3 δισ. ευρώ.
Περίπου το 79% των τίτλων ταξινομείται προς διακράτηση έως τη λήξη και αποτιμάται στο αναπόσβεστο κόστος, περιορίζοντας τη λογιστική μεταβλητότητα από τις διακυμάνσεις επιτοκίων. Ωστόσο, ένα όχι αμελητέο τμήμα αποτιμάται στην εύλογη αξία, με ομόλογα (κρατικά, εταιρικά, υπερεθνικών οργανισμών), έντοκα, μετοχές και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων συνολικής αξίας άνω των 18 δισ. ευρώ. Ενδεικτικό είναι ότι τα ομόλογα ελληνικού Δημοσίου σε χαρτοφυλάκια εύλογης αξίας αυξήθηκαν σε 7,2 δισ. ευρώ από 4,1 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024.
Προφίλ κινδύνου ανά τράπεζα
Η Eurobank διαθέτει το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο τίτλων, 24,6 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, με 78% στο αναπόσβεστο κόστος, 16% στην εύλογη αξία και περίπου 5% καθαρά για trading. Η διασπορά είναι έντονη: μόλις 23% σε ελληνικούς κρατικούς τίτλους, 29% σε ευρωπαϊκά ομόλογα, 4% σε αμερικανικά treasuries, 10% σε εταιρικά και 8% σε ομόλογα οργανισμών. Το μοντέλο της στοχεύει σε διαφοροποίηση χώρας και εκδότη.
Η Εθνική Τράπεζα έχει χαρτοφυλάκιο 21,5 δισ. ευρώ, με σταδιακή μείωση ελληνικών ομολόγων (7,4 δισ. ευρώ) και αύξηση ευρωπαϊκών τίτλων κατά 900 εκατ. ευρώ από την αρχή του 2025. Οι καθαρά trading τίτλοι περιορίζονται στα 400 εκατ. ευρώ, αλλά οι τίτλοι προς αγορά και πώληση συνολικά ανέρχονται σε 4,8 δισ. ευρώ, στοιχείο που δείχνει πιο ενεργή διαχείριση.
Η Τράπεζα Πειραιώς διατηρεί χαρτοφυλάκιο 17,7 δισ. ευρώ, με τίτλους σταθερού εισοδήματος στο 21% του ενεργητικού. Η έκθεση σε ελληνικούς κρατικούς τίτλους ανέρχεται σε 11 δισ. ευρώ, ενώ οι ευρωπαϊκοί τίτλοι φτάνουν τα 5,1 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος (9,4 δισ. ευρώ δημοσίου) αποτιμάται στο αναπόσβεστο κόστος, με περιορισμένο αλλά υπαρκτό trading book 1,1 δισ. ευρώ.
Η Alpha Bank κινείται με χαρτοφυλάκιο περί τα 17,3 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 15 δισ. ευρώ είναι υψηλής ποιότητας τίτλοι. Διαθέτει 8,1 δισ. ευρώ σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, 8,1 δισ. ευρώ επιλέξιμους από την ΕΚΤ τίτλους, 500 εκατ. ευρώ σε έντοκα και 400 εκατ. ευρώ σε μετοχές και μερίδια αμοιβαίων. Το 91% του χαρτοφυλακίου είναι στο αναπόσβεστο κόστος, υποδηλώνοντας στρατηγική σταθερών αποδόσεων και περιορισμένου trading.
Ευκαιρίες αποδόσεων και κίνδυνοι επιτοκίων
Η υπερεπάρκεια ρευστότητας ωθεί τις τράπεζες να «παρκάρουν» κεφάλαια σε τίτλους με σχετικά ασφαλή απόδοση, ενώ διατηρούν ευελιξία για μελλοντική ανακατεύθυνση πόρων σε χορηγήσεις ή άλλες επενδύσεις. Η μετατόπιση προς ευρωπαϊκά και διεθνή ομόλογα μειώνει τον κίνδυνο χώρας, αλλά αυξάνει την έκθεση σε κινήσεις επιτοκίων και spreads σε μια περίοδο γεωπολιτικής και νομισματικής αβεβαιότητας. Η λεπτή ισορροπία μεταξύ σταθερού εισοδήματος και διαχείρισης κινδύνου θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την κερδοφορία των τραπεζών τα επόμενα τρίμηνα.
Σχόλιο SBCTV.gr: Το νέο προφίλ των τραπεζικών χαρτοφυλακίων δείχνει ένα σύστημα που αφήνει πίσω του την εσωστρέφεια της κρίσης και επιχειρεί να παίξει σε ευρωπαϊκό γήπεδο, χωρίς όμως να απογαλακτιστεί από τα ελληνικά ομόλογα. Η πρόκληση πλέον δεν είναι η επιβίωση, αλλά η ποιοτική διαχείριση κινδύνων σε ένα περιβάλλον όπου ένα λάθος στο timing των επιτοκίων μπορεί να «σβήσει» σε μία χρήση τα κέρδη δύο ετών.







