Η επιθετική, αναθεωρητική στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στη μεταπολεμική διεθνή τάξη προκαλεί βαθιά ανησυχία στην Ευρώπη. Η πρώην ΥΠΕΞ της Σουηδίας, Αν Λίντε, προειδοποιεί ότι η ρητορική για εδαφικές επεκτάσεις και λεηλασία πόρων θυμίζει σκοτεινές εποχές αποικιοκρατίας και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Η συζήτηση για μια «νέα παγκόσμια τάξη» επανέρχεται με ορμή, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ υιοθετεί μια ωμά συναλλακτική, σχεδόν νεοαποικιακή προσέγγιση στη διεθνή πολιτική. Οι δηλώσεις περί δικαιώματος των ΗΠΑ να εκμεταλλεύονται πόρους τρίτων χωρών, καθώς και η περιφρόνηση προς θεσμούς και κανόνες που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας, συνιστούν ποιοτική ρήξη με το παρελθόν.
Από τη μεταπολεμική τάξη σε λογικές «λείας πολέμου»
Σύμφωνα με την πρώην υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας, Αν Λίντε, η αμερικανική στάση δεν είναι απλώς μια σκληρότερη εκδοχή του παραδοσιακού ρεαλισμού. Αντιθέτως, επαναφέρει στο προσκήνιο μια αντίληψη διεθνών σχέσεων όπου η ισχύς νομιμοποιεί την εδαφική επέκταση και την οικονομική λεηλασία. Η ρητορική περί αξιοποίησης ξένων ενεργειακών πόρων ως «ανταπόδοσης» για στρατιωτική προστασία, αλλά και οι δημόσιες αναφορές σε εδάφη όπως η Γροιλανδία, παραπέμπουν ευθέως σε εποχές αποικιακών αρπαγών.
Ιστορικοί, τους οποίους επικαλείται η Λίντε, σημειώνουν ότι μια τέτοια λογική είναι επικίνδυνα οικεία: η αποδόμηση κανόνων, η υπονόμευση πολυμερών θεσμών και η αναβίωση ανταγωνισμών μεγάλων δυνάμεων υπήρξαν πρόλογος καταστροφικών πολέμων τον 20ό αιώνα. Η μεταπολεμική τάξη στηρίχθηκε ακριβώς στην αντίθετη φιλοσοφία: περιορισμό της αυθαιρεσίας των ισχυρών μέσω διεθνούς δικαίου, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ και άλλων οργανισμών.
Η Ευρώπη στο στόχαστρο και σε υπαρξιακό δίλημμα
Κρίσιμη διάσταση της ανάλυσης της Λίντε είναι η στάση της Ουάσινγκτον απέναντι στην Ευρώπη. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει πολλές ευρωπαϊκές χώρες ως «πολιτισμικά παρακμασμένες», άρα λιγότερο άξιες λόγου και επιρροής. Η υποβάθμιση της διατλαντικής σχέσης, οι απειλές για δασμούς και η ευθεία αμφισβήτηση της συλλογικής ασφάλειας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, διαβρώνουν σταδιακά το θεμέλιο της δυτικής συμμαχίας.
Για την Ευρώπη, αυτό δημιουργεί ένα υπαρξιακό δίλημμα: είτε θα παραμείνει παθητικός αποδέκτης αμερικανικών μονομερών επιλογών, είτε θα επιταχύνει τη στρατηγική της αυτονόμηση, ενισχύοντας την κοινή άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια και την τεχνολογική της κυριαρχία. Η Λίντε τονίζει ότι χώρες όπως η Σουηδία, αλλά και η ΕΕ συνολικά, οφείλουν να επενδύσουν σε μια πιο συνεκτική εξωτερική πολιτική, ικανή να αντισταθμίσει την αστάθεια που προκαλεί η Ουάσινγκτον.
Κίνδυνος κατακερματισμού και για μικρότερες χώρες
Η σταδιακή αποσάθρωση της μεταπολεμικής τάξης δεν αφορά μόνο τις μεγάλες δυνάμεις. Μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, που στηρίζουν την ασφάλεια και την κυριαρχία τους σε διεθνές δίκαιο, συμμαχίες και θεσμούς, θα βρεθούν ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε έναν κόσμο όπου «ο ισχυρός έχει πάντα δίκιο». Η επιστροφή σε λογικές ζωνών επιρροής, ενεργειακών εκβιασμών και συναλλαγής ασφαλείας έναντι οικονομικών παραχωρήσεων μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επιζήμια για την περιφερειακή σταθερότητα.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ανάλυση της Αν Λίντε λειτουργεί ως προειδοποίηση: αν η Ευρώπη δεν αποκτήσει στρατηγική πυξίδα και σκληρή ισχύ αντάξια του οικονομικού της βάρους, θα βρεθεί εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια αναθεωρητική Ουάσινγκτον και ανερχόμενες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία. Για χώρες της πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, η επένδυση σε συμμαχίες, αμυντικές δυνατότητες και ενεργειακή διαφοροποίηση δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά όρος επιβίωσης σε μια παγκόσμια τάξη που τρίζει.







