Ο Εμανουέλ Μακρόν παραμένει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα δημοτικότητας, ωστόσο η σκληρή στάση του απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και οι διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις του δίνουν περιθώριο ανάκαμψης. Το τελευταίο βαρόμετρο της IFOP δείχνει μικρή αλλά σταθερή άνοδο στη συμπάθεια προς το πρόσωπό του.
Η δημοτικότητα του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα, ωστόσο τα πρόσφατα στοιχεία του ιστορικού βαρομέτρου IFOP δείχνουν ότι η διεθνής συγκυρία και η ανοιχτή αντιπαράθεσή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ λειτουργούν ως πολιτικό «μαξιλάρι». Μετά από άνοδο δύο μονάδων τον Δεκέμβριο, ο Μακρόν κερδίζει ακόμη δύο τον Ιανουάριο και βλέπει το ποσοστό συμπάθειας προς το πρόσωπό του να διαμορφώνεται στο 20%.
Από το φάσμα του ιστορικού χαμηλού σε ελεγχόμενη ανάκαμψη
Το IFOP, που εδώ και 65 χρόνια μετρά συστηματικά τη δημοτικότητα προέδρων και πρωθυπουργών στη Γαλλία, υπογραμμίζει ότι η βελτίωση, αν και οριακή, έχει πολιτική σημασία. Στα τέλη Νοεμβρίου 2025 ο Μακρόν είχε υποχωρήσει στο 16%, πλησιάζοντας το ιστορικό χαμηλό του Φρανσουά Ολάντ το 2014, όταν μόλις το 13% των Γάλλων δήλωνε ικανοποιημένο από τη δράση του.
Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει καθώς η διεθνής σκηνή φορτίστηκε από έντονες γεωπολιτικές εντάσεις και ο Γάλλος πρόεδρος επέλεξε να τοποθετηθεί επιθετικά, ιδιαίτερα απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Η δημόσια κόντρα με τον ένοικο του Λευκού Οίκου, σε συνδυασμό με τις παρεμβάσεις του Παρισιού σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα, φαίνεται να επανασυσπειρώνει ένα τμήμα της γαλλικής κοινής γνώμης γύρω από τον Μακρόν, προσδίδοντάς του ξανά προφίλ ηγέτη με διεθνές βάρος.
Η άνοδος από το 16% στο 20% δεν αντιστρέφει φυσικά την εικόνα μιας προεδρίας που φθείρεται εσωτερικά, αλλά απομακρύνει –προς το παρόν– τον κίνδυνο να καταγραφεί ένα νέο ιστορικό αρνητικό ρεκόρ δημοτικότητας για τον γαλλικό προεδρικό θεσμό.
Ο Λεκορνί, το άρθρο 49.3 και το μήνυμα των Γάλλων
Σε αντίθεση με τον Μακρόν, ο νέος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί χάνει δύο μονάδες τον Ιανουάριο, υποχωρώντας στο 33%. Παρ’ όλα αυτά, η IFOP επισημαίνει μια κρίσιμη ιδιαιτερότητα: από την εποχή του Μισέλ Ροκάρ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, είναι η πρώτη φορά που πρωθυπουργός δεν καταρρέει δημοσκοπικά μετά τη χρήση του άρθρου 49.3 του Συντάγματος.
Το άρθρο 49.3 επιτρέπει στην κυβέρνηση να επιβάλλει νομοθεσία χωρίς ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση, αναλαμβάνοντας το πολιτικό ρίσκο μιας πρότασης δυσπιστίας. Ο Λεκορνί το ενεργοποίησε πρόσφατα για να περάσει τον κρατικό προϋπολογισμό του 2026, μια κίνηση που παραδοσιακά προκαλεί έντονη κοινωνική και πολιτική αντίδραση.
Το γεγονός ότι η δημοτικότητά του υποχωρεί μεν, αλλά δεν καταρρέει, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη κόπωσης της κοινής γνώμης απέναντι σε θεσμικές συγκρούσεις, αλλά και ως αποδοχή ότι, σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, η κυβερνητική σταθερότητα υπερισχύει των ενστάσεων για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Παράλληλα, η σχετική ανθεκτικότητα του Λεκορνί λειτουργεί προστατευτικά και για τον Μακρόν, περιορίζοντας τον κίνδυνο συνολικής κυβερνητικής απαξίωσης.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η μερική ανάκαμψη του Μακρόν επιβεβαιώνει ότι σε περιόδους διεθνούς έντασης η εξωτερική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην εσωτερική φθορά, αλλά δύσκολα την ακυρώνει. Η σύγκρουση με τον Τραμπ του προσφέρει βραχυπρόθεσμο πολιτικό κεφάλαιο, όμως η πραγματική δοκιμασία θα κριθεί στο εσωτερικό μέτωπο, όπου κοινωνικές ανισότητες, θεσμικές εντάσεις και κόπωση από τις μεταρρυθμίσεις παραμένουν άλυτα προβλήματα.







