Τη μετάβαση της Ευρώπης σε ένα πιο αυτόνομο, ανταγωνιστικό και τεχνολογικά ανεξάρτητο μοντέλο ισχύος ζήτησε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, συνδέοντας την ατζέντα αυτή με τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς και την άμεση, έστω προσωρινή, εφαρμογή της συμφωνίας ΕΕ – Mercosur. Οι παρεμβάσεις του αναδεικνύουν τη γερμανική επιδίωξη να διαμορφώσει την οικονομική και γεωπολιτική αρχιτεκτονική της επόμενης ημέρας στην ΕΕ.
Σε μια περίοδο που ο ίδιος περιέγραψε ως «ίσως τη μεγαλύτερη φάση πολιτικής αβεβαιότητας και ανασφάλειας» διεθνώς, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έθεσε από το βήμα της ετήσιας δεξίωσης του Γερμανικού Χρηματιστηρίου στο Έσμπορν ένα σαφές πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο: επείγουσα ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας, δημιουργία ενιαίας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς και ενεργοποίηση της εμπορικής συμφωνίας με τη Mercosur χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις.
Ευρώπη σε «βαθιά καμπή» και ανάγκη στρατηγικής ισχύος
Ο Μερτς περιέγραψε έναν κόσμο στον οποίο «οι μεγάλες δυνάμεις δεν ασχολούνται πρωτίστως με την τήρηση κανόνων, αλλά με την άσκηση πολιτικής ισχύος, συχνά αψηφώντας τους κανόνες». Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη, όπως υπογράμμισε, οφείλει να δράσει «ενωμένα και αποφασιστικά» ώστε να καταστεί κυρίαρχη, ελεύθερη, ειρηνική και οικονομικά ευημερούσα.
Η Γερμανία, είπε, έχει τη βούληση να αναλάβει ηγετικό ρόλο, με πρώτη προτεραιότητα την άμυνα. Η Ευρώπη πρέπει «να καταστεί ικανή να αμυνθεί μόνη της», να καταστήσει το επιχειρηματικό της περιβάλλον πιο ανταγωνιστικό και να αποκτήσει μεγαλύτερη τεχνολογική ανεξαρτησία. Τόνισε ότι οι διατλαντικές σχέσεις έχουν αλλάξει και ότι η «νοσταλγία για το παρελθόν» δεν αρκεί· απαιτείται ενεργός διαχείριση της τρέχουσας φάσης παγκόσμιου μετασχηματισμού.
Ενιαία κεφαλαιαγορά και ευρωπαϊκό χρηματιστήριο
Κεντρικό εργαλείο για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ισχύος, κατά τον Μερτς, είναι η δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, με πλήρη χρηματοπιστωτική υποδομή. Μια τέτοια αγορά θα επέτρεπε, όπως σημείωσε, περισσότερες δημόσιες εγγραφές και άντληση κεφαλαίων από νέες, αναπτυσσόμενες εταιρείες στην Ευρώπη και όχι στις αμερικανικές αγορές.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημερινής υστέρησης, επικαλέστηκε τη γερμανική BioNTech, η οποία επέλεξε το 2019 την εισαγωγή της στον NASDAQ. Για να αλλάξει αυτό, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις «πρέπει να μπορούν να αντλούν πιο εύκολα κεφάλαια», τόνισε, καλώντας τα κράτη-μέλη να άρουν τα εμπόδια στην ενοποίηση των αγορών. Υπενθύμισε ότι η έκτακτη σύνοδος κορυφής της ΕΕ στις 12 Φεβρουαρίου θα επικεντρωθεί στην ανταγωνιστικότητα και στη μείωση της γραφειοκρατίας.
Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur ως εργαλείο γεωοικονομικής επιρροής
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μερτς προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εμπορική συμφωνία της ΕΕ με τη Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Υποστήριξε ότι η συμφωνία μπορεί να τεθεί σε ισχύ προσωρινά ακόμη και πριν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στο οποίο παραπέμφθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Κατά τον καγκελάριο, οι απόπειρες μπλοκαρίσματος στο Ευρωκοινοβούλιο έχουν αποτύχει και, με βάση το ισχύον πλαίσιο, η συμφωνία θα εφαρμοστεί προσωρινά μόλις την επικυρώσει το πρώτο κράτος της Νότιας Αμερικής. Η επιτάχυνση αυτής της διαδικασίας εντάσσεται στη στρατηγική της ΕΕ να εξασφαλίσει πρόσβαση σε κρίσιμες αγορές και πρώτες ύλες, σε μια εποχή που οι εμπορικές συμμαχίες μετατρέπονται σε βασικό πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Σχόλιο
: Οι παρεμβάσεις Μερτς δείχνουν ότι το Βερολίνο επιδιώκει να ξαναγράψει τους κανόνες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού: βαθύτερη ενοποίηση των αγορών κεφαλαίου, πιο επιθετική εμπορική πολιτική και αναβάθμιση της αμυντικής διάστασης. Το αν τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ακολουθήσουν, θα κρίνει αν η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης θα μείνει σύνθημα ή θα γίνει δομική πραγματικότητα.






