Οι ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας κινούνται με μικρά, τεχνικά βήματα προόδου, αλλά παραμένουν παγιδευμένες σε βαθιές διαφωνίες για τα κατεχόμενα εδάφη και τις μελλοντικές εγγυήσεις ασφάλειας. Η απουσία καθοριστικού ρόλου των ΗΠΑ και οι ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες περιορίζουν τις πιθανότητες άμεσης λύσης.
Η τρέχουσα φάση των συνομιλιών μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας σκιαγραφείται ως μια διαδικασία με μερικές περιορισμένες επιτυχίες, αλλά χωρίς ουσιαστική πρόοδο στα κρίσιμα πολιτικά ζητήματα. Όπως επισημαίνει ο Στέφαν Βολφ, καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, το γεγονός ότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να συνομιλούν συνιστά από μόνο του ένα θετικό σήμα, ωστόσο απέχει πολύ από το να μεταφραστεί σε βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία.
Μικρά βήματα: ανταλλαγές αιχμαλώτων και τεχνικές ρυθμίσεις
Η μέχρι τώρα «χειροπιαστή» πρόοδος περιορίζεται κυρίως σε ανθρωπιστικού χαρακτήρα μέτρα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις ανταλλαγές αιχμαλώτων. Τέτοιες συμφωνίες απαιτούν ένα ελάχιστο επίπεδο εμπιστοσύνης και δίαυλο επικοινωνίας, κάτι που δείχνει ότι, παρά τη σκληρή ρητορική, υπάρχουν λειτουργικά κανάλια επαφής.
Αυτά τα μικρά βήματα έχουν σημασία για τους άμεσα εμπλεκόμενους –αιχμαλώτους, οικογένειες, αμάχους– και συχνά λειτουργούν ως δοκιμαστικό πεδίο για να διαπιστωθεί αν μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη συμφωνηθέντες όροι. Ωστόσο, δεν αγγίζουν την καρδιά της σύγκρουσης: το καθεστώς των κατεχόμενων περιοχών, την αποχώρηση στρατευμάτων και το μελλοντικό πλαίσιο ασφάλειας στην περιοχή.
Βαθιές διαφωνίες για εδάφη και εγγυήσεις ασφάλειας
Σύμφωνα με την αποτίμηση του Βολφ, σε ό,τι αφορά τα εδαφικά ζητήματα δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική σύγκλιση. Οι αντίθετες γραμμές –από τη μία η Ουκρανία που επιδιώκει αποκατάσταση της εδαφικής της ακεραιότητας, από την άλλη η Ρωσία που έχει de facto ενσωματώσει κατεχόμενες περιοχές– καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε φόρμουλα συμβιβασμού χωρίς σοβαρό πολιτικό κόστος για τις ηγεσίες.
Αντίστοιχα, οι μελλοντικές εγγυήσεις ασφάλειας αποτελούν πεδίο έντονης τριβής. Για το Κίεβο, το ζητούμενο είναι ένα καθεστώς ασφαλείας που θα αποτρέπει νέα επίθεση, ενώ για τη Μόσχα οι όποιες ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν ως στρατηγική ήττα ή ως ενίσχυση της δυτικής στρατιωτικής παρουσίας στα σύνορά της. Χωρίς ένα αξιόπιστο, διεθνώς εγγυημένο πλαίσιο, οποιαδήποτε συμφωνία κινδυνεύει να είναι προσωρινή ανακωχή και όχι σταθερή ειρήνη.
Ο ρόλος των ΗΠΑ που «θα μπορούσαν, αλλά δεν παίζουν»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η διάσταση των μεγάλων δυνάμεων. Ο Βολφ υπογραμμίζει τον ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος όμως προς το παρόν δεν αξιοποιείται πλήρως. Η Ουάσινγκτον, με την επιρροή της τόσο στην Ουκρανία όσο και στο ευρύτερο δυτικό στρατόπεδο, θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πλαισίου ασφαλείας και σε πακέτα εγγυήσεων που θα έκαναν πιο ρεαλιστική μία συμφωνία.
Ωστόσο, η εσωτερική πολιτική συγκυρία στις ΗΠΑ, οι προτεραιότητες της κυβέρνησης Τραμπ και η παράλληλη εμπλοκή της Ουάσινγκτον σε άλλα μέτωπα, όπως η Μέση Ανατολή και οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, περιορίζουν την εστίαση και τη διαθεσιμότητα πολιτικού κεφαλαίου για μια ενεργότερη μεσολάβηση στο ουκρανικό ζήτημα.
Έτσι, οι συνομιλίες Ουκρανίας–Ρωσίας παραμένουν εγκλωβισμένες σε ένα ενδιάμεσο στάδιο: αρκετά ώριμες για τεχνικές συμφωνίες και ανταλλαγές, αλλά πολύ μακριά από το σημείο όπου μπορεί να τεθεί στο τραπέζι ένα ολοκληρωμένο, πολιτικά αποδεκτό σχέδιο ειρήνης.
Σχόλιο
: Όσο τα μεγάλα ζητήματα –σύνορα, καθεστώς ασφαλείας, διεθνείς εγγυήσεις– μένουν άλυτα και οι μεγάλες δυνάμεις αποφεύγουν το πολιτικό ρίσκο μιας ουσιαστικής μεσολάβησης, οι συνομιλίες θα παράγουν κυρίως διαχειριστικές «μικρές νίκες» και όχι στρατηγική λύση, παρατείνοντας μια σύγκρουση με τεράστιο ανθρώπινο και γεωπολιτικό κόστος.






