Ο ΟΗΕ προειδοποιεί για επικείμενη χρηματοδοτική κατάρρευση, καθώς αναμένει από την κυβέρνηση Τραμπ σαφή δέσμευση για το πότε και σε ποιο ύψος θα εξοφληθεί μέρος των σχεδόν 4 δισ. δολαρίων που οφείλουν οι ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον, η οποία δεν κατέβαλε καμία συνεισφορά το 2025, συγκεντρώνει πλέον το 95% των ληξιπρόθεσμων οφειλών στον τακτικό προϋπολογισμό του Οργανισμού.
Σε οριακό σημείο φαίνεται να βρίσκεται η χρηματοδοτική κατάσταση των Ηνωμένων Εθνών, καθώς η διοίκηση Τραμπ δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει πόσο και πότε θα καταβάλει από τα σχεδόν 4 δισ. δολάρια που οφείλουν οι ΗΠΑ στον Οργανισμό. Η εκκρεμότητα αυτή, σε συνδυασμό με την ήδη τεταμένη σχέση της Ουάσινγκτον με το πολυμερές σύστημα, απειλεί να προκαλέσει σοβαρή επιχειρησιακή παράλυση στον ΟΗΕ μέχρι τα μέσα του έτους.
Το μέγεθος της οφειλής και ο κίνδυνος κατάρρευσης
Σύμφωνα με αξιωματούχο του ΟΗΕ, οι ΗΠΑ χρωστούν 2,196 δισ. δολάρια στον τακτικό προϋπολογισμό, εκ των οποίων 767 εκατ. δολάρια αφορούν στο τρέχον έτος. Επιπλέον, οφείλουν περίπου 1,8 δισ. δολάρια στον ξεχωριστό προϋπολογισμό για τις ειρηνευτικές αποστολές, ποσό που επίσης αναμένεται να αυξηθεί. Συνολικά, η Ουάσινγκτον ευθύνεται για το 95% των ληξιπρόθεσμων οφειλών στον τακτικό προϋπολογισμό, καθιστώντας την τον απόλυτα κρίσιμο παράγοντα για τη ρευστότητα του Οργανισμού.
Ο γενικός γραμματέας Αντόνιο Γκουτέρες προειδοποίησε με επιστολή προς τα 193 κράτη-μέλη ότι, εάν δεν υπάρξει άμεση εξόφληση των οφειλών ή αλλαγή των δημοσιονομικών κανόνων, τα ταμειακά διαθέσιμα για τον τακτικό προϋπολογισμό ενδέχεται να εξαντληθούν έως τον Ιούλιο. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε περικοπές προσωπικού, αναβολές προγραμμάτων και γενικευμένη δυσλειτουργία σε κρίσιμους τομείς, από την ανθρωπιστική βοήθεια μέχρι την κλιματική δράση.
Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ και οι πολιτικές προεκτάσεις
Η αμερικανική αποστολή στον ΟΗΕ επιβεβαίωσε ότι ο πρέσβης των ΗΠΑ, Μάικ Γουόλτζ, ενημέρωσε πως η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει να πραγματοποιήσει «σημαντική προκαταβολή» επί των ληξιπρόθεσμων οφειλών μέσα στις επόμενες εβδομάδες, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ακόμη το τελικό ποσό. Εκπρόσωπος του Γκουτέρες, ο Στεφάν Ντουζαρίκ, σημείωσε ότι ο γενικός γραμματέας και ο οικονομικός ελεγκτής του ΟΗΕ βρίσκονται σε διαρκή επαφή με τους Αμερικανούς αξιωματούχους, αλλά «αναμένουν να δουν πότε ακριβώς και σε ποιο ύψος θα γίνουν οι πληρωμές».
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι ο ΟΗΕ «δεν έχει ανταποκριθεί στο δυναμικό του» και έχει υιοθετήσει σκληρή γραμμή απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς. Το 2025 οι ΗΠΑ δεν κατέβαλαν καμία συνεισφορά στον ΟΗΕ, ενώ αποχώρησαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την UNESCO, διακόπτοντας παράλληλα τη χρηματοδότηση δεκάδων άλλων φορέων του συστήματος. Η σημερινή κρίση ρευστότητας είναι άμεση συνέπεια αυτής της πολιτικής αποστασιοποίησης από την πολυμερή συνεργασία.
Άλλα χρεωμένα κράτη και το μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα
Η Βενεζουέλα βρίσκεται δεύτερη στη λίστα των κρατών που δεν καταβάλλουν τις υποχρεωτικές εισφορές τους στον τακτικό προϋπολογισμό, με οφειλή 38 εκατ. δολαρίων. Η χώρα, της οποίας η οικονομία βρισκόταν ήδη σε βαθιά κρίση πριν από την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση του Ιανουαρίου που ανέτρεψε τον Νικολάς Μαδούρο, έχει χάσει πλέον το δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση, καθώς είναι δύο χρόνια σε καθυστέρηση. Αντίθετα, σχεδόν 60 κράτη έσπευσαν να καταβάλουν τις ετήσιες συνδρομές τους μέχρι την προθεσμία της 8ης Φεβρουαρίου, επιχειρώντας να στείλουν μήνυμα στήριξης στον Οργανισμό.
Η διαμάχη για τα χρέη των ΗΠΑ προς τον ΟΗΕ ξεπερνά το καθαρά λογιστικό σκέλος και αγγίζει τον πυρήνα της διεθνούς τάξης που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επιλογή της Ουάσινγκτον να χρησιμοποιεί τη χρηματοδότηση ως εργαλείο πίεσης υπονομεύει τη σταθερότητα ενός συστήματος στο οποίο, παρά τις αδυναμίες του, στηρίζονται εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι μέσω ειρηνευτικών αποστολών, προγραμμάτων υγείας και ανάπτυξης.
Σχόλιο
: Η Ουάσινγκτον, ως μεγαλύτερος χρηματοδότης αλλά και μεγαλύτερος οφειλέτης του ΟΗΕ, κρατά σήμερα στα χέρια της τη στοιχειώδη λειτουργία του πολυμερούς συστήματος. Μια μερική «προκαταβολή» μπορεί να απομακρύνει προσωρινά τον κίνδυνο ταμειακής ασφυξίας, αλλά δεν λύνει το δομικό πρόβλημα: όταν ένας μόνο παίκτης συγκεντρώνει τέτοια ισχύ, η διεθνής νομιμοποίηση του Οργανισμού εξαρτάται υπερβολικά από τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες των ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά επιτακτική μια ευρύτερη αναθεώρηση του μοντέλου χρηματοδότησης.






