Θεαματική μετατόπιση της γερμανικής κοινής γνώμης καταγράφει νέα δημοσκόπηση, με σχεδόν τα δύο τρίτα των πολιτών να βλέπουν τις ΗΠΑ ως μείζονα απειλή για την παγκόσμια ειρήνη τα επόμενα χρόνια. Η Ρωσία παραμένει στην κορυφή της λίστας των απειλών, ενώ η Κίνα εδραιώνεται ως τρίτος πόλος ανησυχίας.
Μια εντυπωσιακή αλλαγή στην αντίληψη των Γερμανών για τον ρόλο των ΗΠΑ στη διεθνή ασφάλεια αναδεικνύει αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Άλενσμπαχ για λογαριασμό του Κέντρου Στρατηγικής και Υψηλότερης Ηγεσίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 65% των ερωτηθέντων θεωρεί πλέον ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούν τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη τα επόμενα χρόνια.
Θεαματική στροφή σε ένα μόλις έτος
Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με τα περσινά δεδομένα. Όταν τέθηκε η ίδια ερώτηση το 2024, μόλις το 24% των Γερμανών χαρακτήριζε τις ΗΠΑ απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, ενώ σε άλλη μέτρηση το σχετικό ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 46%. Η σημερινή τιμή του 65% αποτυπώνει μια έντονη επιδείνωση της εικόνας της Ουάσιγκτον στη γερμανική κοινωνία, σε μια περίοδο όπου η αμερικανική εξωτερική πολιτική βρίσκεται στο επίκεντρο λόγω πολεμικών συγκρούσεων και γεωπολιτικών εντάσεων.
Παρά την άνοδο της δυσπιστίας προς τις ΗΠΑ, η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί την χώρα που οι περισσότεροι Γερμανοί αντιλαμβάνονται ως κορυφαία απειλή. Από την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, μεταξύ 75% και 82% των ερωτηθέντων σε διαδοχικές έρευνες χαρακτηρίζει τη Μόσχα ως τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη· στο φετινό κύμα, το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 81%.
Σημαντική είναι και η θέση της Κίνας στον χάρτη των ανησυχιών: το 46% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι το Πεκίνο θέτει σε αυξημένο κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη, επιβεβαιώνοντας την εικόνα ενός τριπολικού συστήματος ανταγωνισμών (ΗΠΑ–Ρωσία–Κίνα) στα μάτια της γερμανικής κοινής γνώμης.
Φόβοι για μελλοντικό πόλεμο, αλλά χωρίς πανικό
Η έρευνα, η οποία διεξήχθη σε πανγερμανική κλίμακα από 6 έως 19 Ιανουαρίου σε δείγμα 1.077 πολιτών ηλικίας 16 ετών και άνω, κατέγραψε επίσης τις εκτιμήσεις για το ενδεχόμενο άμεσης εμπλοκής της Γερμανίας σε πόλεμο τα επόμενα χρόνια. Μόλις το 3% θεωρεί ένα τέτοιο σενάριο «πολύ πιθανό», ενώ το 28% το κρίνει «πιθανό».
Αντιστρόφως, το 40% αξιολογεί ως «απίθανο» το ενδεχόμενο γερμανικής εμπλοκής σε πόλεμο και το 5% ως «πολύ απίθανο». Ένα σημαντικό 24% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ή δεν επιθυμεί να απαντήσει, στοιχείο που αντανακλά είτε αβεβαιότητα είτε απροθυμία πρόβλεψης σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον.
Τα ευρήματα φωτίζουν μια κοινωνία που, ενώ παραμένει βαθιά ανήσυχη για τη ρωσική επιθετικότητα και παρακολουθεί με καχυποψία την άνοδο της Κίνας, εμφανίζεται ολοένα πιο επικριτική απέναντι στον αμερικανικό ρόλο. Για την πολιτική και στρατηγική ελίτ του Βερολίνου, η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική περί «διατλαντικής ενότητας» και στις πραγματικές διαθέσεις των πολιτών διευρύνεται, με άμεσες συνέπειες για τη νομιμοποίηση επιλογών σε ζητήματα άμυνας, ΝΑΤΟ και διεθνών αποστολών.
Σχόλιο
: Η εκτόξευση της δυσπιστίας προς τις ΗΠΑ στη Γερμανία δεν είναι απλώς δημοσκοπικό εύρημα, αλλά ένδειξη βαθύτερης στρατηγικής κόπωσης της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης από τις αμερικανικές παρεμβάσεις. Αν η τάση παγιωθεί, θα δυσκολέψει τις ηγεσίες της ΕΕ να ευθυγραμμίζονται αυτόματα με την Ουάσιγκτον, ανοίγοντας χώρο για πιο αυτόνομη –αλλά και πιο αντιφατική– ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική.






