Σφοδρές αντιδράσεις προκαλεί στο Παρίσι η απόφαση του Εμανουέλ Μακρόν να τοποθετήσει την υπουργό Προϋπολογισμού Αμελί ντε Μονσαλέν επικεφαλής του Cour des Comptes, του ανώτατου ελεγκτικού θεσμού της χώρας. Η κριτική εστιάζει σε σύγκρουση συμφερόντων και σε προσπάθεια προληπτικού ελέγχου κρίσιμων θεσμών ενόψει ενδεχόμενης ανόδου της Ακροδεξιάς στην εξουσία.
Η απόφαση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να προτείνει την 40χρονη υπουργό Προϋπολογισμού Αμελί ντε Μονσαλέν ως επικεφαλής του Cour des Comptes, του ανώτατου ελεγκτικού συνεδρίου της χώρας, άνοιξε νέο κύκλο αντιπαράθεσης για τα όρια μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας και ανεξάρτητων θεσμών.
Ως επικεφαλής του Cour des Comptes, η ντε Μονσαλέν θα είναι αρμόδια για τον ετήσιο ανεξάρτητο έλεγχο και την αξιολόγηση του γαλλικού προϋπολογισμού – συμπεριλαμβανομένου του προϋπολογισμού του 2026, τον οποίο η ίδια συνέταξε ως υπουργός.
Σύγκρουση συμφερόντων και θεσμική αξιοπιστία
Η κεντρική ένσταση αφορά το προφανές ερώτημα: πώς μπορεί να κρίνει ανεξάρτητα τα δημοσιονομικά σχέδια που η ίδια σχεδίασε. «Πώς θα μπορέσει η ντε Μονσαλέν να ασκήσει κριτική στους προϋπολογισμούς που η ίδια κατάρτισε;» διερωτήθηκε χαρακτηριστικά οικονομικός δικαστής, μιλώντας ανώνυμα.
Ο βουλευτής της ριζοσπαστικής Αριστεράς και πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών της Εθνοσυνέλευσης, Ερικ Κοκερέλ, τόνισε ότι το ζήτημα δεν είναι προσωπικό αλλά θεσμικό, κάνοντας λόγο για σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων. Υπογράμμισε πως διακυβεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών σε έναν θεσμό που παραδοσιακά θεωρείται πυλώνας διαφάνειας στη διαχείριση των δημόσιων πόρων.
Η θέση του επικεφαλής του Cour des Comptes συνοδεύεται από ισχυρές εγγυήσεις ανεξαρτησίας: ο διορισμός διαρκεί έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 68 ετών. Στην περίπτωση της ντε Μονσαλέν, αυτό σημαίνει σχεδόν τρεις δεκαετίες θεσμικής ισχύος, γεγονός που εντείνει τις πολιτικές υποψίες γύρω από τα κίνητρα του Μακρόν.
Φόβος για μελλοντική κυβέρνηση της Ακροδεξιάς
Η διάσταση αυτή συνδέεται άμεσα με το πολιτικό σκηνικό: το ακροδεξιό Εθνικό Ράλι εμφανίζεται ως φαβορί για τις προεδρικές εκλογές του 2027. Η χρονική συγκυρία οδηγεί πολλούς αντιπάλους του Μακρόν να βλέπουν στην κίνηση αυτή μια προσπάθεια «κλειδώματος» κρίσιμων θεσμών πριν από πιθανή εναλλαγή εξουσίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκαν και οι αντιδράσεις για την προαναγγελθείσα αποχώρηση τον Ιούνιο του διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό. Αν είχε παραμείνει μέχρι τη λήξη της θητείας του, ο διάδοχός του θα οριζόταν από τον επόμενο πρόεδρο. Ο βουλευτής του Εθνικού Ράλι, Ζαν-Φιλίπ Τανγκί, έκανε λόγο για «σκάνδαλο», κατηγορώντας τον Μακρόν ότι αντιμετωπίζει τη δημοκρατία «ως χαλάκι ποδιών».
Η θητεία του απερχόμενου επικεφαλής του Cour des Comptes, Πιερ Μοσκοβισί, ούτως ή άλλως έληγε λόγω ορίου ηλικίας μέσα στο 2026, κάτι που τυπικά καθιστά τον διορισμό προεδρική αρμοδιότητα. Ωστόσο, η ηλικία, η πολιτική διαδρομή και η στενή σχέση της ντε Μονσαλέν με τον Μακρόν – στον οποίο οφείλει την πολιτική της άνοδο μετά την πορεία της στον ιδιωτικό τομέα – ενισχύουν την εικόνα ενός προεδρικού συστήματος που τοποθετεί «δικούς του» σε καίρια θεσμικά πόστα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μακρόν κατηγορείται ότι πολιτικοποιεί ανώτατους θεσμούς: αντίστοιχες επικρίσεις είχε δεχθεί όταν διόρισε στενό του πολιτικό σύμμαχο, με περιορισμένη νομική εμπειρία, στην κορυφή του Συνταγματικού Συμβουλίου.
Σχόλιο
: Η υπόθεση ντε Μονσαλέν φωτίζει το λεπτό όριο ανάμεσα στη θεσμική σταθερότητα και στον θεσμικό «προληπτικό έλεγχο» από μια απερχόμενη εξουσία. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ανεξαρτησία των ελεγκτικών αρχών συχνά αμφισβητείται, η γαλλική συζήτηση λειτουργεί ως προειδοποίηση: η αξιοπιστία της δημοσιονομικής εποπτείας δεν κρίνεται μόνο από τους κανόνες, αλλά κυρίως από το ποιος τοποθετείται στην κορυφή των θεσμών.






