Η αμερικανική αγορά κατοικίας δέχεται νέο ισχυρό πλήγμα, με τις πωλήσεις υφιστάμενων κατοικιών να υποχωρούν πάνω από 8% τον Ιανουάριο και τους μεσίτες να μιλούν για «νέα κρίση στέγασης». Παρά τη μείωση της ζήτησης, οι τιμές παραμένουν ιστορικά υψηλές, πιέζοντας την προσιτότητα για τα νοικοκυριά.
Η αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ συνεχίζει να επιβραδύνεται με ανησυχητικό ρυθμό, καθώς συνδυάζονται υψηλές τιμές, περιορισμένη προσφορά και κλονισμένη εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην οικονομία. Τα τελευταία στοιχεία της Εθνικής Ένωσης Κτηματομεσιτών (NAR) δείχνουν ότι οι πωλήσεις υφιστάμενων κατοικιών βούτηξαν τον Ιανουάριο, με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Ένωσης, Λόρενς Γιουν, να κάνει λόγο για «μια νέα κρίση στέγασης».
Ισχυρή πτώση στις πωλήσεις, αντοχή στις τιμές
Οι πωλήσεις υφιστάμενων κατοικιών μειώθηκαν κατά 8,4% σε σχέση με τον Δεκέμβριο, διαμορφούμενες σε εποχικά προσαρμοσμένο, ετήσιο ρυθμό 3,91 εκατ. μονάδων. Σε ετήσια βάση, οι πωλήσεις ήταν χαμηλότερες κατά 4,4% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025, καταγράφοντας τον βραδύτερο ρυθμό από τον Δεκέμβριο του 2023.
Η εικόνα αυτή αντανακλά συμβόλαια που είχαν κατά κανόνα υπογραφεί Νοέμβριο και Δεκέμβριο, περίοδο κατά την οποία το μέσο επιτόκιο του 30ετούς στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο παρέμεινε σχετικά αμετάβλητο, πριν υποχωρήσει ελαφρώς τον Ιανουάριο. Σήμερα το μέσο επιτόκιο διαμορφώνεται στο 6,1%, σύμφωνα με την Mortgage News Daily, επίπεδο που εξακολουθεί να θεωρείται υψηλό για τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας.
Παρά τη συρρίκνωση της ζήτησης, οι τιμές όχι μόνο δεν διορθώνουν, αλλά καταγράφουν νέο ρεκόρ για μήνα Ιανουάριο. Η μέση τιμή πώλησης κατοικίας ανήλθε σε 396.800 δολάρια, αυξημένη κατά 0,9% σε ετήσια βάση. Αυτό αποτυπώνει την έντονη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, με την περιορισμένη διαθεσιμότητα ακινήτων να στηρίζει τις τιμές.
Περιφερειακές πιέσεις και δομικές στρεβλώσεις
Η πτώση των πωλήσεων ήταν γενικευμένη σε όλες τις περιφέρειες των ΗΠΑ, με τον Νότο και τη Δύση να καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες. Στον Νότο, που αποτελεί και τη μεγαλύτερη αγορά κατοικίας της χώρας, οι πωλήσεις υποχώρησαν κατά 9%, σε ετήσιο ρυθμό 1,81 εκατ. μονάδων. Η NAR επισημαίνει ότι η εκτεταμένη χειμερινή κακοκαιρία στα τέλη Ιανουαρίου, με χιόνια και παγετό σε μεγάλο μέρος της χώρας, πιθανόν να καθυστέρησε κλεισίματα συμβολαίων, δυσκολεύοντας την αποτύπωση της πραγματικής τάσης.
Το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών μειώθηκε σε σχέση με τον Δεκέμβριο, αλλά παραμένει αυξημένο κατά 3,4% σε ετήσια βάση, με 1,22 εκατ. ακίνητα προς πώληση στο τέλος Ιανουαρίου. Με τον τρέχοντα ρυθμό πωλήσεων, αυτό αντιστοιχεί σε προσφορά 3,7 μηνών, όταν μια αγορά θεωρείται ισορροπημένη σε επίπεδα περίπου έξι μηνών. Η έλλειψη επαρκούς αποθέματος διατηρεί την αγορά «αγοραστή σε μειονεκτική θέση», ενισχύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ των πωλητών.
Παρά τις πιέσεις στους αγοραστές, ο Γιουν υπογραμμίζει ότι οι υφιστάμενοι ιδιοκτήτες βρίσκονται σε «οικονομικά άνετη θέση». Από τον Ιανουάριο του 2020, ένας τυπικός ιδιοκτήτης κατοικίας έχει συσσωρεύσει κατά μέσο όρο 130.500 δολάρια σε πλούτο ακινήτων, χάρη στην άνοδο των τιμών. Η δυναμική αυτή όμως βαθαίνει το χάσμα μεταξύ όσων ήδη κατέχουν ακίνητο και όσων προσπαθούν να μπουν για πρώτη φορά στην αγορά.
Σχόλιο
: Η αμερικανική αγορά κατοικίας δείχνει κλασικά συμπτώματα δομικής δυσλειτουργίας: επιτόκια αρκετά υψηλά για να «φρενάρουν» τη ζήτηση, αλλά όχι αρκετά για να πιέσουν ουσιαστικά τις τιμές, και προσφορά που παραμένει χρόνια ανεπαρκής. Το αποτέλεσμα είναι μια «σιωπηλή» στεγαστική κρίση προσιτότητας, που δεν εκδηλώνεται με κατάρρευση τιμών, αλλά με αποκλεισμό ολοένα μεγαλύτερου μέρους της μεσαίας τάξης από την ιδιοκατοίκηση – εξέλιξη με σαφείς κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.






