Στο στόχαστρο διακομματικής ομάδας βουλευτών βρίσκεται η Drax, ο μεγαλύτερος θερμοηλεκτρικός σταθμός του Ηνωμένου Βασιλείου, με αίτημα την αναστολή επιδότησης ύψους 2 εκατ. λιρών ημερησίως. Αφορμή αποτελούν δικαστικά έγγραφα που αμφισβητούν τις περιβαλλοντικές της δεσμεύσεις για τη χρήση βιώσιμης βιομάζας.
Σε κλιμάκωση της πολιτικής και ρυθμιστικής πίεσης γύρω από το καθεστώς επιδότησης της βρετανικής Drax οδηγεί επιστολή 14 βουλευτών και λόρδων προς τον υπουργό Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ. Η διακομματική ομάδα ζητά την άμεση αναστολή επιδοτήσεων περίπου 2 εκατ. λιρών ημερησίως προς την εταιρεία, εν μέσω έρευνας της βρετανικής χρηματοπιστωτικής αρχής για την ακρίβεια των ισχυρισμών της σχετικά με τη βιωσιμότητα της βιομάζας που καίει.
Στο επίκεντρο οι ισχυρισμοί για «πράσινη» βιομάζα
Η Drax, εισηγμένη στον δείκτη FTSE 250 και με χρηματιστηριακή αξία περί τα 3 δισ. λίρες, λαμβάνει γενναίες επιδοτήσεις ανανεώσιμης ενέργειας, χρηματοδοτούμενες από τους λογαριασμούς των καταναλωτών. Προϋπόθεση είναι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πέλετ βιομάζας, προερχόμενα από απόβλητα ή χαμηλής αξίας ξυλεία από «βιώσιμα διαχειριζόμενα» δάση.
Ωστόσο, δικαστικά έγγραφα από εργατική διαφορά, που ήρθαν στο φως, δείχνουν ότι ανώτατα στελέχη της εταιρείας είχαν εκφράσει εσωτερικά ανησυχίες για την ακρίβεια των δημόσιων δηλώσεων περί βιωσιμότητας. Οι αποκαλύψεις συνδέονται με καταγγελίες ότι η Drax καίει ξυλεία από ορισμένα από τα πιο περιβαλλοντικά πολύτιμα δάση του Καναδά, συμπεριλαμβανομένων περιοχών με δέντρα ηλικίας έως και 250 ετών.
Η Drax, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη μεμονωμένη πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στο Ηνωμένο Βασίλειο, εισάγει ετησίως εκατομμύρια τόνους ξυλοπέλετ από τη Βόρεια Αμερική. Υπολογίζεται ότι μέχρι το τέλος του 2027 θα έχει λάβει συνολικά περί τις 11 δισ. λίρες σε επιδοτήσεις, με ορισμένες ροές ενίσχυσης να είναι εγγυημένες έως το 2031.
Πολιτικό δίλημμα μεταξύ ασφάλειας εφοδιασμού και αξιοπιστίας πολιτικής
Οι βουλευτές εκφράζουν «βαθιά ανησυχία» ότι η εταιρεία μπορεί να έχει «συστηματικά αποκρύψει ουσιώδεις πληροφορίες» για τη νομιμότητα της επιδότησης. Ζητούν την αναστολή κάθε νέου κρατικού συμβολαίου με τη Drax έως την ολοκλήρωση της έρευνας της Financial Conduct Authority (FCA) για τις ιστορικές δηλώσεις της εταιρείας περί προέλευσης της βιομάζας.
Η εταιρεία, μέσω εκπροσώπου της, αντέτεινε ότι ο ενεργειακός ρυθμιστής Ofgem έχει ήδη εξετάσει τις σχετικές καταγγελίες και δεν εντόπισε αποδείξεις ότι επιδοτήσεις εκδόθηκαν εσφαλμένα ή ότι η βιομάζα δεν πληροί τα κυβερνητικά κριτήρια βιωσιμότητας, ούτε στοιχεία σκόπιμης παραπληροφόρησης.
Παρά τις διαβεβαιώσεις, η πολιτική πίεση κλιμακώνεται. Βουλευτές όπως ο Κρις Χίντσλιφ και ο Μπάρι Γκάρντινερ τονίζουν ότι, εάν αποδειχθεί πως η εταιρεία παραπλάνησε υπουργούς, ρυθμιστικές αρχές και κοινό, η συνέχιση της επιδότησης θα ήταν «απαράδεκτη». Ο Γκάρντινερ αναγνωρίζει ότι η Drax καλύπτει περίπου το 5,3% της ηλεκτροπαραγωγής του ΗΒ και αποτελεί κεντρικό κρίκο στη στρατηγική απανθρακοποίησης, επισημαίνει όμως πως «δεν είναι πολύ μεγάλη για να αποτύχει».
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα αναμένει τα πορίσματα της FCA και ότι στο μέλλον η Drax θα πρέπει να χρησιμοποιεί 100% πιστοποιημένα βιώσιμη βιομάζα, χωρίς καμία επιδότηση για πρακτικές που υπολείπονται αυτού του προτύπου. Η υπόθεση αναδεικνύει το εύθραυστο ισοζύγιο μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας, κλιματικής πολιτικής και αξιοπιστίας των «πράσινων» επιδοτήσεων, με ευρύτερες προεκτάσεις για όλα τα μοντέλα στήριξης βιομάζας στην Ευρώπη.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Drax φωτίζει το κεντρικό ρίσκο της πράσινης μετάβασης: όταν μεγάλες επιδοτήσεις στηρίζονται σε πολύπλοκα κριτήρια βιωσιμότητας, η διαφάνεια και ο αυστηρός έλεγχος γίνονται κρίσιμοι για τη νομιμοποίηση ολόκληρης της πολιτικής. Αν η βιομάζα αποδειχθεί «ψευδοπράσινη», το πλήγμα στην αξιοπιστία των κυβερνητικών κλιματικών στόχων θα ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια μιας εταιρικής κρίσης.






