Η ραγδαία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει την ανασφάλεια των εργαζομένων και γεννά το φαινόμενο «job hugging». Η ManpowerGroup καταγράφει πτώση εμπιστοσύνης, επίμονο burnout και στροφή στη σταθερότητα.
Η νέα μεγάλη τάση στις διεθνείς αγορές εργασίας ονομάζεται «job hugging»: εργαζόμενοι που «αγκαλιάζουν» τη σημερινή τους θέση, όχι από αφοσίωση, αλλά από φόβο και ανάγκη για ασφάλεια. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Βαρόμετρο Ανθρώπινου Δυναμικού 2026 της ManpowerGroup, η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μπαίνει με ταχύτητα στην καθημερινότητα των εργαζομένων, αλλά η εμπιστοσύνη τους στις δικές τους δεξιότητες υποχωρεί αισθητά.
ΤΝ παντού, αλλά με λιγότερη εμπιστοσύνη
Η έρευνα δείχνει ότι η καθημερινή χρήση εργαλείων ΤΝ αυξήθηκε κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες και πλέον το 45% των εργαζομένων δηλώνει ότι τη χρησιμοποιεί κάθε μέρα. Ωστόσο, η εμπιστοσύνη τους στη χρήση της τεχνολογίας μειώθηκε απότομα κατά 18 μονάδες, ρίχνοντας τη συνολική βαθμολογία εμπιστοσύνης στο 67%.
Εννέα στους δέκα εργαζόμενους (89%) αισθάνονται ότι διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες για τον σημερινό τους ρόλο, αλλά σχεδόν οι μισοί (43%) φοβούνται ότι η αυτοματοποίηση μπορεί να αντικαταστήσει τη δουλειά τους μέσα στα επόμενα δύο χρόνια – ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 2025. Αυτή η αντίφαση –αυτοπεποίθηση για το παρόν, ανασφάλεια για το μέλλον– τροφοδοτεί το «job hugging»: το 64% σχεδιάζει να παραμείνει στον τρέχοντα εργοδότη του, αναζητώντας σταθερότητα μέσα σε τεχνολογική καταιγίδα.
Όπως σημειώνει η Becky Frankiewicz, Πρόεδρος και Chief Strategy Officer της ManpowerGroup, οι ηγέτες καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα «το Τώρα και το Μετά» και να κλείσουν το χάσμα μεταξύ καινοτομίας και ένταξης, ώστε η πρόοδος να παραμείνει «ανθρωποκεντρική και ψηφιακή».
Κενό εκπαίδευσης, burnout και οικονομική πίεση
Η μείωση της εμπιστοσύνης συνδέεται άμεσα με την έλλειψη συστηματικής εκπαίδευσης. Πάνω από τους μισούς εργαζομένους δηλώνουν ότι δεν έχουν λάβει πρόσφατη κατάρτιση (56%) ή πρόσβαση σε μέντορα (57%). Το ποσοστό όσων ολοκλήρωσαν κάποια εκπαίδευση το τελευταίο εξάμηνο παραμένει στάσιμο στο 44%, παρότι τα κενά δεξιοτήτων γίνονται πιο ορατά.
Παράλληλα, η επαγγελματική εξουθένωση παραμένει σε υψηλά επίπεδα: το 63% αναφέρει burnout, κυρίως λόγω άγχους (28%) και αυξημένου φόρτου εργασίας (24%). Ο Δείκτης Ευημερίας μένει κολλημένος στο 67% και η ικανοποίηση από την εργασία στο 62%, δείχνοντας ότι οι οργανισμοί δεν έχουν ακόμη βρει αποτελεσματική συνταγή για να στηρίξουν ουσιαστικά την ευημερία των ανθρώπων τους.
Η οικονομική πίεση ενισχύει περαιτέρω το «job hugging». Το 50% των εργαζομένων συμπληρώνει το εισόδημά του με δεύτερη πηγή, ποσοστό που εκτοξεύεται στο 68% για τη γενιά Z, κυρίως μέσω gig economy, μερικής απασχόλησης ή επενδύσεων. Έτσι, οι εργαζόμενοι μένουν στον ίδιο εργοδότη για την «ασφάλεια του βασικού μισθού», ενώ ταυτόχρονα αναζητούν ευκαιρίες εκτός.
Τι σημαίνει για τους εργοδότες
Η ManpowerGroup προτείνει τρεις στρατηγικές κατευθύνσεις: επένδυση στην ευημερία ώστε να μετριαστεί το burnout και να δημιουργηθεί πλεονέκτημα προσέλκυσης/διακράτησης ταλέντου, ενίσχυση διαφανών διαδρομών καριέρας και εξέλιξης εντός του οργανισμού, και ουσιαστική επένδυση στην εκπαίδευση και το upskilling για να κλείσει το χάσμα εμπιστοσύνης στην ΤΝ.
Οι περιφερειακές διαφορές είναι έντονες: η Ινδία εμφανίζει την υψηλότερη συνολική βαθμολογία (77%) και υιοθέτηση ΤΝ (77%), ενώ η Ιαπωνία τη χαμηλότερη (48%), επιβεβαιώνοντας ότι η τεχνολογική μετάβαση δεν είναι ομοιόμορφη.
Το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: η «φάση μέλιτος» με την ΤΝ τελείωσε. Οι εργοδότες που θα επενδύσουν στους ανθρώπους με την ίδια συνέπεια που επενδύουν στην τεχνολογία –με διαφανή επικοινωνία, στοχευμένη εκπαίδευση, mentoring και πολιτικές ευημερίας– θα είναι εκείνοι που θα κερδίσουν σε παραγωγικότητα και σταθερότητα ανθρώπινου δυναμικού.
Σχόλιο
: Το «job hugging» είναι καμπανάκι για τις επιχειρήσεις: η φαινομενική σταθερότητα κρύβει βαθιά ανασφάλεια, κίνδυνο απότομων παραιτήσεων και χαμένης παραγωγικότητας. Όσοι δουν την ΤΝ ως αφορμή για σοβαρό upskilling και επανασχεδιασμό των ρόλων, όχι ως απλό εργαλείο περικοπής κόστους, θα αποκτήσουν κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην επόμενη φάση της αγοράς εργασίας.






