Ο Άντριου Μάουντμπατεν-Γουίνδσορ, ήδη χωρίς βασιλικούς τίτλους, βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών πιέσεων για απομάκρυνσή του από τη σειρά διαδοχής. Η υπόθεση αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τα όρια της μοναρχίας και τον ρόλο του Κοινοβουλίου.
Η βρετανική κυβέρνηση δέχεται αυξανόμενες πιέσεις να αφαιρέσει τον Άντριου Μάουντμπατεν-Γουίνδσορ από τη γραμμή διαδοχής του θρόνου, μετά τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από το πρόσωπό του. Παρά το γεγονός ότι πέρυσι του αφαιρέθηκαν οι τίτλοι, συμπεριλαμβανομένου του «πρίγκιπας», ο αδελφός του βασιλιά παραμένει όγδοος στη σειρά διαδοχής.
Πολιτικές πιέσεις και νομικές δυσκολίες
Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε μετά τη σύλληψη και την εν συνεχεία αποφυλάκισή του, με τον Άντριου να τελεί πλέον υπό διερεύνηση για πιθανό αδίκημα περί «παράβασης καθήκοντος σε δημόσιο αξίωμα». Ο ίδιος έχει επανειλημμένα και κατηγορηματικά αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία. Ωστόσο, η σκιά των σχέσεών του με τον καταδικασμένο παιδόφιλο χρηματοδότη Τζέφρι Έπσταϊν και η πολιτική πίεση δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για το Παλάτι και την κυβέρνηση.
Θεσμικά, η αφαίρεσή του από τη γραμμή διαδοχής δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτείται ειδική πράξη του Κοινοβουλίου, η οποία πρέπει να εγκριθεί από τη Βουλή των Κοινοτήτων και τη Βουλή των Λόρδων. Επιπλέον, επειδή ο βασιλιάς είναι αρχηγός κράτους και σε άλλες χώρες της Κοινοπολιτείας, θα χρειαστεί συναίνεση και των αντίστοιχων κυβερνήσεων, καθώς η αλλαγή θα επηρέαζε και τις δικές τους γραμμές διαδοχής.
Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες και το Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (SNP) έχουν ήδη σηματοδοτήσει ότι θα στήριζαν μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία. Ο επικεφαλής των Φιλελεύθερων Δημοκρατών σερ Εντ Ντέιβι τόνισε ότι η αστυνομία πρέπει να εργαστεί «χωρίς φόβο ή εύνοια», αλλά αναγνώρισε πως αναπόφευκτα το ζήτημα θα τεθεί στο Κοινοβούλιο, επισημαίνοντας ότι και η ίδια η μοναρχία θα θελήσει να διασφαλίσει ότι ο Άντριου δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει βασιλιάς.
Διχασμός κομμάτων και θεσμική διάσταση
Το SNP, μέσω του επικεφαλής του στη Βουλή των Κοινοτήτων Στίβεν Φλιν, δηλώνει έτοιμο να στηρίξει την απομάκρυνση του Άντριου από τη διαδοχή, εφόσον απαιτηθεί νομοθετική ρύθμιση. Από την πλευρά των Εργατικών, η εικόνα είναι πιο σύνθετη: βουλευτές που διαχρονικά ασκούν κριτική στη μοναρχία εμφανίζονται λιγότερο πεπεισμένοι ότι χρειάζεται παρέμβαση, επικαλούμενοι την εξαιρετικά μικρή πιθανότητα ο πρώην δούκας της Υόρκης να πλησιάσει ποτέ στον θρόνο.
Η βουλευτής των Εργατικών Ρέιτσελ Μάσκελ, που εκπροσωπεί την περιφέρεια York Central, τάσσεται πάντως υπέρ νομοθεσίας όχι μόνο για την αφαίρεσή του από τη διαδοχή, αλλά και για την απομάκρυνσή του από τον ρόλο του συμβούλου του κράτους. Οι λεγόμενοι counsellors of state μπορούν θεωρητικά να ασκούν καθήκοντα του μονάρχη όταν αυτός είναι ασθενής ή στο εξωτερικό, αν και στην πράξη προτιμώνται τα ενεργά μέλη της βασιλικής οικογένειας.
Ο Άντριου έχει αποσυρθεί από τα δημόσια καθήκοντα από το 2019, μετά τη σφοδρή αντίδραση που προκάλεσε η συνέντευξή του στο BBC σχετικά με τη σχέση του με τον Έπσταϊν. Στο Συντηρητικό Κόμμα, η ηγεσία καλεί σε αυτοσυγκράτηση έως ότου ολοκληρωθεί η αστυνομική έρευνα. Η αρχηγός των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοκ υπογράμμισε ότι «όλοι στη δημόσια ζωή» πρέπει να αφήσουν χώρο στην έρευνα, ενώ ο σκιώδης υπουργός για τη Σκωτία Άντριου Μπάουι χαρακτήρισε «πράξη ευπρέπειας» το ενδεχόμενο ο ίδιος ο Άντριου να αποσυρθεί από τη διαδοχή, επιμένοντας όμως ότι κάθε πολιτική ενέργεια πρέπει να περιμένει την έκβαση των ερευνών.
Η υπόθεση αναδεικνύει τις εγγενείς εντάσεις ενός κληρονομικού θεσμού σε μια σύγχρονη δημοκρατία: από τη μία η ανάγκη για θεσμική σταθερότητα, από την άλλη η απαίτηση της κοινής γνώμης για λογοδοσία, ακόμη και – ή ιδίως – όταν αφορά την ίδια τη βασιλική οικογένεια.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Άντριου λειτουργεί ως τεστ αντοχής για το βρετανικό συνταγματικό μοντέλο: αν χρειαστεί κοινοβουλευτική παρέμβαση για να διορθωθεί ένα πολιτικά τοξικό αλλά θεσμικά πιθανό ενδεχόμενο, θα ανοίξει de facto συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό της μοναρχίας και τα όρια της «ιερότητας» της διαδοχής.






