Η FedEx κατέθεσε αγωγή κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, ζητώντας πλήρη επιστροφή παράνομων δασμών που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ. Η υπόθεση ανοίγει τον δρόμο για αξιώσεις επιστροφών ύψους έως 175 δισ. δολαρίων από επιχειρήσεις.
Η FedEx έγινε η πρώτη μεγάλη αμερικανική εταιρεία που προσφεύγει δικαστικά κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ζητώντας επιστροφή των δασμών που επιβλήθηκαν επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ και κρίθηκαν παράνομοι από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Η κίνηση αυτή μπορεί να αποτελέσει πιλότο για ένα κύμα αγωγών από τον επιχειρηματικό κόσμο, με το συνολικό ύψος των επίμαχων εσόδων να εκτιμάται περίπου στα 175 δισ. δολάρια.
Η νομική βάση της προσφυγής και το συνταγματικό διακύβευμα
Η αγωγή της FedEx στρέφεται κατά της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων (CBP), του επικεφαλής της και των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών, και κατατέθηκε στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου. Η εταιρεία, χωρίς να προσδιορίζει ακριβές ποσό, ζητεί «πλήρη επιστροφή» των δασμών που κατέβαλε ως εισαγωγέας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφαση 6-3, έκρινε ότι ο Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του, χρησιμοποιώντας τον νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA) για να επιβάλει δασμούς σχεδόν σε όλες τις χώρες, σε περίοδο ειρήνης. Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι, βάσει Συντάγματος, μόνο το Κογκρέσο έχει την εξουσία επιβολής φόρων και δασμών.
Ωστόσο, η απόφαση δεν ξεκαθάρισε αν και πώς θα πρέπει να επιστραφούν τα ποσά που εισπράχθηκαν. Στη μειοψηφούσα γνώμη του, ο δικαστής Μπρετ Κάβανο τόνισε ότι «το δικαστήριο δεν λέει τίποτα για το αν, και εάν ναι πώς, η κυβέρνηση πρέπει να επιστρέψει τα δισεκατομμύρια δολάρια που έχει εισπράξει», προειδοποιώντας ότι ενδεχόμενες μαζικές επιστροφές θα είχαν «σημαντικές συνέπειες για το αμερικανικό δημόσιο ταμείο».
Οικονομικές επιπτώσεις, πολιτική σύγκρουση και προοπτικές
Παρά τη νομική ήττα, ο Τραμπ διαμηνύει ότι θα συνεχίσει την επιθετική δασμολογική του πολιτική, αλλάζοντας απλώς το νομικό εργαλείο. Ήδη ανακοίνωσε νέο παγκόσμιο δασμό 10% στις εισαγωγές, τον οποίο αύξησε στο 15% μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, επιχειρώντας να διατηρήσει τη στρατηγική πίεσης προς τους εμπορικούς εταίρους. Ο κορυφαίος διαπραγματευτής εμπορίου της κυβέρνησης, Τζέιμισον Γκριρ, υποστήριξε ότι η πολιτική αυτή προσφέρει στις αμερικανικές επιχειρήσεις «μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ» στο παγκόσμιο εμπόριο.
Στο Κογκρέσο, ομάδα γερουσιαστών των Δημοκρατικών ζητά τα ποσά από τους παράνομους δασμούς να επιστραφούν κατά προτεραιότητα σε μικρές επιχειρήσεις, ενώ πιέζει τις μεγάλες εταιρείες να περάσουν τυχόν επιστροφές στους πελάτες τους. Μελέτη του Tax Foundation εκτιμά ότι μόνο για το 2025 οι δασμοί αντιστοιχούσαν σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση περίπου 1.000 δολαρίων ανά αμερικανικό νοικοκυριό, αυξάνοντας τις τιμές και περιορίζοντας την κατανάλωση.
Η υπόθεση FedEx πιθανότατα θα λειτουργήσει ως δοκιμαστικό πεδίο για το πώς τα δικαστήρια θα αντιμετωπίσουν τις αξιώσεις επιστροφής. Εάν δικαιωθεί, μπορεί να ακολουθήσει χιονοστιβάδα αιτημάτων από βιομηχανίες, λιανεμπόρους και logistics, με δυνητική ανατροπή του δημοσιονομικού σχεδιασμού της Ουάσιγκτον και νέα ένταση στη διαμάχη μεταξύ Λευκού Οίκου, Κογκρέσου και δικαστικής εξουσίας για τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας στην εμπορική πολιτική.
Σχόλιο
: Η αγωγή της FedEx δεν είναι απλώς μια εταιρική διεκδίκηση, αλλά ένα τεστ αντοχής για το αμερικανικό θεσμικό πλαίσιο: αν ανοίξει η πόρτα για επιστροφές δεκάδων ή και εκατοντάδων δισ. δολαρίων, θα τεθεί υπό πίεση ο προϋπολογισμός, ενώ ταυτόχρονα θα σταλεί ισχυρό μήνυμα ότι οι μονομερείς εμπορικές πρωτοβουλίες του εκάστοτε προέδρου έχουν σαφές συνταγματικό ταβάνι. Για την παγκόσμια οικονομία και χώρες όπως η Ελλάδα, που εξαρτώνται από σταθερούς εμπορικούς κανόνες, η έκβαση της υπόθεσης θα αποτελέσει ένδειξη για το κατά πόσο οι ΗΠΑ παραμένουν προβλέψιμος πυλώνας στο διεθνές εμπορικό σύστημα.






