Οι συμφωνίες ΕΕ–Mercosur και το υπαρξιακό αδιέξοδο του Ευρωπαίου αγρότη

Οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες ενισχύουν τη βιομηχανία, αλλά επιδεινώνουν δραματικά τη θέση του Ευρωπαίου αγρότη. Η συμφωνία με τη Mercosur αναδεικνύει τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής.

Η πρόσφατη εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur λειτουργεί ως επιταχυντής μιας κρίσης που σιγοβράζει εδώ και χρόνια στην ευρωπαϊκή ύπαιθρο. Στη γεωπολιτική σκακιέρα, ο αγροτικός τομέας αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμο «αντάλλαγμα» προκειμένου η Ευρώπη να εξασφαλίσει πρόσβαση σε ξένες αγορές για τα βιομηχανικά της προϊόντα. Το τίμημα, όμως, μετακυλίεται στους ώμους κτηνοτρόφων και παραγωγών, από τη Γαλλία μέχρι την Ελλάδα.

Mercosur: μικρό ποσοστό, τεράστια πίεση στις τιμές

Η πολιτική συμφωνία ΕΕ–Mercosur, που ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο 2024 και υπεγράφη επισήμως τον Ιανουάριο 2026, καλύπτει πάνω από 700 εκατ. ανθρώπους και σχεδόν το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η Κομισιόν τη χαρακτηρίζει ιστορική επιτυχία, όμως οι αντιδράσεις των αγροτών σε όλη την Ευρώπη δείχνουν την άλλη όψη.

Ο μηχανισμός είναι σαφής: η ΕΕ εξασφαλίζει άνοιγμα αγορών για γερμανικά αυτοκίνητα, γαλλικά φάρμακα, μηχανολογικό εξοπλισμό και υπηρεσίες τεχνολογίας, μειώνοντας ή μηδενίζοντας δασμούς που σήμερα φτάνουν έως και 35% στη Βραζιλία. Σε αντάλλαγμα, ανοίγει την ευρωπαϊκή αγορά σε περίπου 99.000 τόνους βόειου κρέατος με δασμό 7,5% αντί 40%-45%, καθώς και σε 180.000 τόνους πουλερικών αδασμολόγητα και 180.000 τόνους ζάχαρης.

Το 1,5% της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής βοείου κρέατος που αντιπροσωπεύουν οι 99.000 τόνοι μπορεί να φαίνεται μικρό σε επίπεδο όγκου, αλλά σε μια αγορά με οριακά περιθώρια κέρδους αρκεί για να συμπιέσει τις τιμές και να οδηγήσει σε απώλεια εισοδήματος για χιλιάδες κτηνοτρόφους. Την ίδια στιγμή, για τη Βραζιλία, που παράγει 11,2 εκατ. τόνους βόειου κρέατος ετησίως, το άνοιγμα αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 0,6% της παραγωγής της – ένα περιθώριο που μπορεί να αξιοποιήσει επιθετικά χωρίς να διαταράσσει τη δική της αγορά.

Αυστηρά πρότυπα για τους Ευρωπαίους, «ντάμπινγκ» από τις εισαγωγές

Η ΕΕ υπερηφανεύεται ότι εφαρμόζει τα αυστηρότερα περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα στον κόσμο, μέσω της Πράσινης Συμφωνίας και της στρατηγικής «Farm to Fork». Ο Ευρωπαίος –και ο Έλληνας– παραγωγός υποχρεούται να μειώσει δραστικά φυτοφάρμακα και λιπάσματα, να επενδύσει σε ευζωία ζώων, να αντέξει το υψηλό κόστος ενέργειας και να συμμορφωθεί με ένα πυκνό πλέγμα ελέγχων και κανονισμών.

Ωστόσο, στα ράφια των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ καταλήγουν προϊόντα από τρίτες χώρες που παράγονται με απαγορευμένες στην Ευρώπη δραστικές ουσίες, με αυξητικές ορμόνες ή σε γη που προέρχεται από αποψίλωση του Αμαζονίου. Το φαινόμενο των «boomerang pesticides» είναι ενδεικτικό: ευρωπαϊκές αγροχημικές εταιρείες εξάγουν φυτοφάρμακα σε τρίτες χώρες, τα οποία επιστρέφουν ως κατάλοιπα στα εισαγόμενα τρόφιμα.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Έλληνας παραγωγός καλείται να ανταγωνιστεί προϊόντα που παράγονται με το ένα τρίτο του κόστους, χωρίς ανάλογες ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Δεν πρόκειται για υγιή ελευθερία εμπορίου, αλλά για περιβαλλοντικό και οικονομικό ντάμπινγκ που διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας.

Γεωγραφικές ενδείξεις, ρήτρες «καθρέφτη» και θεσμική αντίσταση

Για την Ελλάδα, η απειλή είναι διπλή: αφενός, ευαίσθητοι κλάδοι όπως η κτηνοτροφία, τα σιτηρά και η ζάχαρη πιέζονται από φθηνές εισαγωγές. Αφετέρου, η προστασία των Γεωγραφικών Ενδείξεων, όπως η Φέτα ΠΟΠ, παραμένει εύθραυστη, ακόμη και όταν τυπικά αναγνωρίζεται στη συμφωνία. Η εμπειρία δείχνει ότι χωρίς αυστηρούς ελέγχους, οι δεσμεύσεις συχνά «νερώνουν» στην πράξη.

Η προτεινόμενη λύση από ένα αυξανόμενο μπλοκ κρατών-μελών είναι η καθιέρωση «ρητρών καθρέφτη» σε όλες τις εμπορικές συμφωνίες: ό,τι εισάγεται στην ΕΕ να πληροί τα ίδια πρότυπα παραγωγής με αυτά που επιβάλλονται στους Ευρωπαίους αγρότες. Γαλλία, Αυστρία, Βέλγιο, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Σλοβακία υποστηρίζουν ανοιχτά τη λογική αυτή, ενώ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ταχθεί υπέρ σε σειρά ψηφισμάτων.

Η θεσμική αντίδραση κορυφώθηκε με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παραπέμψει τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με οριακή πλειοψηφία 334 έναντι 324 ψήφων. Το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν η «διάσπαση» της συμφωνίας σε εμπορικό και πολιτικό σκέλος παρακάμπτει τα εθνικά κοινοβούλια, αλλά και αν ο «μηχανισμός επανισορρόπησης» περιορίζει τη ρυθμιστική αυτονομία της ΕΕ όταν θεσπίζει πιο αυστηρή περιβαλλοντική νομοθεσία.

Η κίνηση αυτή δεν είναι τυπική· αποτελεί ένδειξη ότι ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής δημοκρατίας αντιστέκεται σε μια αντίληψη εμπορικής πολιτικής που θυσιάζει τη γεωργία στον βωμό των εξαγωγών.

Το δίλημμα της επισιτιστικής κυριαρχίας

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί από τον αγρότη να παράγει με όρους «boutique», ενώ τον σπρώχνει να ανταγωνιστεί προϊόντα μαζικής παραγωγής σε συνθήκες παγκόσμιου παζαριού. Αν θέλει να διατηρήσει την επισιτιστική της κυριαρχία και να αποτρέψει την ερήμωση της υπαίθρου, θα πρέπει να επιλέξει: είτε χαλαρώνει τους κανόνες για τους δικούς της παραγωγούς, είτε τους επιβάλλει συμμετρικά στους ξένους μέσω ρητρών καθρέφτη. Οτιδήποτε ενδιάμεσο απλώς επιταχύνει την «σφαγή» του Ευρωπαίου αγρότη.

Σχόλιο SBCTV : Η ΕΕ βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι: αν δεν ενσωματώσει δεσμευτικές ρήτρες ισοδυναμίας προτύπων σε όλες τις εμπορικές της συμφωνίες, κινδυνεύει να μετατραπεί από ρυθμιστική υπερδύναμη σε εισαγωγέα φθηνής, περιβαλλοντικά υποβαθμισμένης παραγωγής, υπονομεύοντας την ίδια της τη στρατηγική για την πράσινη μετάβαση και διακινδυνεύοντας μια βαθιά κοινωνική έκρηξη στην ευρωπαϊκή ύπαιθρο.

#ΕΕ #Mercosur #αγρότες #αγροδιατροφή #εμπόριο

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.