Σκληρή αντιπαράθεση ξέσπασε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γύρω από τις αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος του πρώην επιτρόπου Τιερί Μπρετόν και τον Ψηφιακό Νόμο για τις Υπηρεσίες. Η κόντρα αναδεικνύει τον βαθύ διχασμό ΕΕ–ΗΠΑ για τα όρια της ελευθερίας του λόγου στις πλατφόρμες.
Σε μια ιδιαίτερα τεταμένη ακρόαση στην Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρώην επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς Τιερί Μπρετόν βρέθηκε στο επίκεντρο μιας κλιμακούμενης διατλαντικής σύγκρουσης για τους ευρωπαϊκούς ψηφιακούς κανόνες και ειδικά για τον Ψηφιακό Νόμο για τις Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA).
Ο Μπρετόν, μαζί με τρεις εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, έχει τεθεί υπό αμερικανικές κυρώσεις με απαγόρευση ταξιδιού στις ΗΠΑ, λόγω του ρόλου του στη διαμόρφωση και εφαρμογή του DSA – νομοθεσία που η κυβέρνηση Τραμπ χαρακτηρίζει ως καθεστώς λογοκρισίας εις βάρος Αμερικανών πολιτών και της ελευθερίας του λόγου.
Διάσπαση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και επίθεση από τη δεξιά
Παρότι η πλειονότητα των ευρωβουλευτών εξέφρασε θερμή στήριξη προς τον Γάλλο πρώην επίτροπο, η συζήτηση ανέδειξε βαθιά πολιτική πόλωση. Ο Πολωνός δεξιός ευρωβουλευτής Πιότρ Μιούλερ, από την ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών, επιτέθηκε στον Μπρετόν, υποστηρίζοντας ότι οι πρακτικές του θύμιζαν «σοβιετικού τύπου λογοκρισία».
Ο Μιούλερ επικαλέστηκε ιδίως την επιστολή που είχε αποστείλει ο Μπρετόν στον Έλον Μασκ το 2024, όταν ο τότε επίτροπος είχε προειδοποιήσει ότι μια προγραμματισμένη ζωντανή συνέντευξη του τότε υποψηφίου για την προεδρία των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στην πλατφόρμα X θα μπορούσε να διασπείρει παραπληροφόρηση στην ΕΕ. Ο Πολωνός ευρωβουλευτής χαρακτήρισε την κίνηση «κατάφωρη απόπειρα παρέμβασης» στις αμερικανικές εκλογές και υποστήριξε ότι «οι πράξεις έχουν συνέπειες», συνδέοντας ευθέως το επεισόδιο με τις σημερινές κυρώσεις της Ουάσιγκτον.
Στο εσωτερικό της ίδιας της Κομισιόν, η τότε πρωτοβουλία Μπρετόν είχε επίσης προκαλέσει αντιδράσεις, με ορισμένους αξιωματούχους να θεωρούν ότι υπερέβη τα όρια της εντολής του, σε μια περίοδο που η Επιτροπή επιχειρούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία της εσωτερικής αγοράς και τη διατλαντική συνεργασία. Ο Μπρετόν παραιτήθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα, αφού η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν απέσυρε την υποψηφιότητά του για δεύτερη θητεία.
Αντίμετρα κατά των ΗΠΑ και θεσμικό διακύβευμα
Απέναντι στις αμερικανικές κυρώσεις, ευρωβουλευτές της αριστεράς ζητούν πλέον συμμετρική απάντηση. Η Γαλλίδα Λεϊλά Σαϊμπί κάλεσε την Κομισιόν να αναστείλει τα διαπιστευτήρια πρόσβασης στην έδρα της ΕΕ για μέλη της αμερικανικής αποστολής και του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, κίνηση που θα περιόριζε δραστικά τη θεσμική επαφή Βρυξελλών–Ουάσιγκτον.
Άλλοι ευρωβουλευτές υπογράμμισαν ότι η επίθεση στο πρόσωπο του Μπρετόν ισοδυναμεί με επίθεση σε ολόκληρο το θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ. Ο Γάλλος φιλελεύθερος Σάντρο Γκότσι σημείωσε ότι, με την ίδια λογική, η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να είχε επιβάλει κυρώσεις σε έως και 565 Ευρωπαίους αξιωματούχους – όλους τους ευρωβουλευτές που υπερψήφισαν τη DSA και τα μέλη της τότε Επιτροπής. «Είμαστε όλοι ένοχοι, και εγώ ο ίδιος, επειδή υπερασπιστήκαμε τη δημοκρατία μας και τη ψηφιακή μας νομοθεσία», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος ο Μπρετόν, παρεμβαίνοντας μέσω τηλεδιάσκεψης, απέρριψε την εικόνα του «αρχιτέκτονα» των ευρωπαϊκών ψηφιακών κανόνων, τονίζοντας ότι ήταν μέλος μιας «εξαιρετικής ομάδας» που εργάστηκε συλλογικά «για την προστασία των πολιτών μας». Σε πρόσφατη συνέντευξή του έχει χαρακτηρίσει την αμερικανική ταξιδιωτική απαγόρευση «αδικαιολόγητη», αποδίδοντάς την σε βαθιά παρεξήγηση του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη ρυθμίζει την ελευθερία του λόγου.
Ελευθερία λόγου ή ρύθμιση πλατφορμών; Η ευρύτερη διαμάχη
Η υπόθεση Μπρετόν εντάσσεται σε μια συνεχιζόμενη σύγκρουση ΗΠΑ–ΕΕ για το πώς πρέπει να ρυθμίζονται οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες. Η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της υποστηρίζουν ότι ο DSA συνιστά μηχανισμό λογοκρισίας που πλήττει και Αμερικανούς χρήστες, περιορίζοντας την ελευθερία της έκφρασης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιτείνει ότι ο νόμος ούτε στοχεύει ούτε λογοκρίνει Ευρωπαίους ή Αμερικανούς, αλλά επιβάλλει διαφάνεια και υποχρεώσεις για την απομάκρυνση παράνομου και επιβλαβούς περιεχομένου, καθώς και παραπληροφόρησης.
Πολιτικά, η διαμάχη αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής «ψηφιακής κυριαρχίας», δηλαδή της προσπάθειας να επιβληθούν ευρωπαϊκοί κανόνες σε παγκόσμιους τεχνολογικούς κολοσσούς. Για τις ΗΠΑ, όμως, ιδίως υπό την ηγεσία Τραμπ, η DSA εκλαμβάνεται ως απειλή για την επιρροή των αμερικανικών πλατφορμών και ως προηγούμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από αυταρχικά καθεστώτα για να δικαιολογούν περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της Κομισιόν να καλύψει νομικά τον Μπρετόν είναι ενδεικτική της πρόθεσης των Βρυξελλών να υπερασπιστούν θεσμικά τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ νομοθετεί, απέναντι σε άμεσες πολιτικές πιέσεις από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Μπρετόν λειτουργεί ως crash test για το αν η ΕΕ μπορεί να επιβάλει τους ψηφιακούς κανόνες της χωρίς να υποχωρεί σε διατλαντικές πιέσεις. Αν οι αμερικανικές κυρώσεις περάσουν χωρίς ουσιαστική απάντηση, το μήνυμα προς μελλοντικούς ευρωπαίους ρυθμιστές θα είναι αποθαρρυντικό. Αντίστροφα, μια κλιμάκωση αντιμέτρων θα δοκιμάσει τις ήδη εύθραυστες οικονομικές και τεχνολογικές σχέσεις ΗΠΑ–ΕΕ, με άμεσες συνέπειες για τις μεγάλες πλατφόρμες, τους επενδυτές και τελικά τους Ευρωπαίους χρήστες.






