Η Walmart συμφώνησε σε διακανονισμό 100 εκατ. δολαρίων με την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) για παραπλανητικές πρακτικές αμοιβών στο πρόγραμμα διανομέων Spark Driver. Η υπόθεση φωτίζει τις γκρίζες ζώνες στην οικονομία πλατφορμών και τη στροφή των ρυθμιστικών αρχών στην προστασία gig εργαζομένων.
Ένα ακόμη ηχηρό μήνυμα προς την οικονομία των πλατφορμών στέλνουν οι αμερικανικές αρχές. Η Walmart αποδέχθηκε να καταβάλει 100 εκατ. δολάρια στο πλαίσιο διακανονισμού με την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) και 11 Πολιτείες, μετά από κατηγορίες ότι παραπλανούσε τους οδηγούς-συνεργάτες του προγράμματος Spark Driver σχετικά με τις αμοιβές τους και τον τρόπο καταβολής των φιλοδωρημάτων.
Τι κατήγγειλε η FTC για το Spark Driver
Το Spark Driver είναι η υπηρεσία διανομής της Walmart, μέσω της οποίας gig εργαζόμενοι παραδίδουν online παραγγελίες από τοπικά καταστήματα στους πελάτες. Σύμφωνα με την αρχική αγωγή της FTC, από το 2021 η εταιρεία προέβαινε σε «ψευδείς και παραπλανητικές» δηλώσεις για τα αναμενόμενα κέρδη των οδηγών.
Μεταξύ άλλων, η Walmart κατηγορήθηκε ότι:
- Διαίρεε παραγγελίες μεταξύ περισσότερων οδηγών, μοιράζοντας έτσι το φιλοδώρημα, ενώ στους πελάτες παρουσιαζόταν η εικόνα ότι ένας συγκεκριμένος οδηγός θα λάμβανε το 100% του tip.
- Σε ομαδικές αποστολές (batch orders), αφαιρούσε φιλοδωρήματα από ορισμένες παραδόσεις χωρίς να ενημερώνει τους οδηγούς.
- Υπόσχονταν tips εκ των προτέρων στους οδηγούς, αλλά δεν τα εισέπραττε τελικά από τους πελάτες, αφήνοντάς τους χωρίς το αναμενόμενο ποσό.
- Μείωνε τη βασική αμοιβή μετά την αποδοχή μιας διαδρομής ή παρουσίαζε λανθασμένα πρόσθετα κίνητρα.
Παράλληλα, προς τους πελάτες, η Walmart προέβαλε ότι «το 100% των φιλοδωρημάτων πηγαίνει στον οδηγό», κάτι που –σύμφωνα με την αγωγή– δεν ίσχυε σταθερά. Η FTC υποστηρίζει ότι οι πρακτικές αυτές στέρησαν από τους οδηγούς εκατομμύρια δολάρια και προκάλεσαν χιλιάδες παράπονα.
Όροι του διακανονισμού και μήνυμα στις πλατφόρμες
Με τον διακανονισμό, η Walmart δεν παραδέχεται νομικά ενοχή, αλλά δεσμεύεται σε σειρά διορθωτικών μέτρων. Η εταιρεία υποχρεούται να εφαρμόσει πρόγραμμα επαλήθευσης αμοιβών, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι οδηγοί λαμβάνουν τη βασική αμοιβή και τα tips όπως αρχικά προσφέρονται.
Επιπλέον, απαγορεύεται πλέον να τροποποιεί εκ των υστέρων τη βάση πληρωμής, τα κίνητρα ή τα φιλοδωρήματα μετά την αποδοχή της διαδρομής, εκτός αν ο οδηγός δεν εκτελέσει την υπηρεσία ή αν ο πελάτης ακυρώσει. Η Walmart δεσμεύεται επίσης να μην παραπλανεί στο μέλλον σχετικά με τα προσδοκώμενα κέρδη σε προσφορές προς οδηγούς.
Ο διευθυντής του Γραφείου Προστασίας Καταναλωτή της FTC, Christopher Mufarrige, τόνισε ότι «οι αγορές εργασίας δεν μπορούν να λειτουργούν αποδοτικά χωρίς αληθινή και μη παραπλανητική πληροφόρηση για τις αμοιβές και τους ουσιώδεις όρους εργασίας», υπογραμμίζοντας πως η συμφωνία εντάσσεται στη στρατηγική της Επιτροπής για υγιείς συνθήκες στην αγορά εργασίας.
Επιπτώσεις για gig οικονομία και επενδυτές
Η υπόθεση της Walmart προστίθεται σε μια σειρά δικαστικών συγκρούσεων ανάμεσα σε ρυθμιστικές αρχές και πλατφόρμες gig economy, όπως εταιρείες διανομής και μεταφορών. Το βασικό διακύβευμα δεν είναι μόνο το ύψος του προστίμου – 100 εκατ. δολάρια είναι διαχειρίσιμο ποσό για έναν κολοσσό όπως η Walmart – αλλά οι δεσμευτικοί κανόνες διαφάνειας που επιβάλλονται για το μέλλον.
Για τους επενδυτές, στέλνεται το μήνυμα ότι τα μοντέλα κερδοφορίας που βασίζονται σε «ευέλικτη» αντιμετώπιση αμοιβών και tips βρίσκονται στο στόχαστρο. Η ανάγκη για σαφή ενημέρωση των συνεργατών, σταθερότερους όρους και αποφυγή κρυφών περικοπών συνεπάγεται υψηλότερο λειτουργικό κόστος, αλλά και χαμηλότερο ρυθμιστικό ρίσκο μακροπρόθεσμα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο –και στην Ελλάδα– η υπόθεση αποτελεί προειδοποίηση για κάθε πλατφόρμα που δραστηριοποιείται σε διανομές και υπηρεσίες κατ’ οίκον: οι εποπτικές αρχές κινούνται πλέον με αυξημένη ευαισθησία απέναντι σε gig εργαζόμενους και χρησιμοποιούν παραδείγματα από τις ΗΠΑ ως «οδηγό» για δικές τους παρεμβάσεις.
Σχόλιο
: Ο διακανονισμός της Walmart δείχνει ότι το ρυθμιστικό εκκρεμές στην οικονομία πλατφορμών κινείται πλέον υπέρ της διαφάνειας και των εργαζομένων. Για τους ομίλους λιανικής και τις πλατφόρμες διανομής, το πραγματικό κόστος δεν είναι μόνο τα 100 εκατ. δολάρια, αλλά η απώλεια ευελιξίας στον τρόπο με τον οποίο «φτιάχνουν» τις αμοιβές. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις που επενδύουν σε μοντέλα gig, το μήνυμα είναι σαφές: η συμμόρφωση με ξεκάθαρους, προβλέψιμους και δίκαιους όρους πληρωμής δεν είναι απλώς θέμα εταιρικής ευθύνης, αλλά και ασπίδα απέναντι σε μελλοντικούς ρυθμιστικούς κινδύνους.






