Ο κλάδος των ελληνικών αποσταγμάτων μπαίνει στο 2026 με αισιοδοξία μετά την ανάκαμψη του 2024, αλλά αντιμετωπίζει δομικές προκλήσεις κόστους, ρυθμιστικές επιβαρύνσεις και αλλαγές στη ζήτηση.
Το ούζο, το τσίπουρο και η τσικουδιά διεκδικούν μεγαλύτερο αποτύπωμα στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά. Σύμφωνα με επεξεργασία στοιχείων του Συνδέσμου Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων και Αλκοολούχων Ποτών (ΣΕΑΟΠ), το 2024 ο κλάδος επέστρεψε σε ανοδική τροχιά με αύξηση παραγωγής και εξαγωγών, ωστόσο οι πιέσεις στο κόστος λειτουργίας και οι φορολογικές επιβαρύνσεις περιορίζουν το περιθώριο ανάκαμψης.
Οικονομικά μεγέθη και εξωστρέφεια
Το 2024 η παραγωγή ανήλθε στα 21,4 εκατ. λίτρα καθαρής αλκοόλης, σημειώνοντας άνοδο 3,2% σε σχέση με το 2023, ενώ οι εξαγωγές ξεπέρασαν για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά τα 100 εκατ. ευρώ (114,5 εκατ. ευρώ). Η δεκαετής τάση (2015–2024) δείχνει συγκρατημένη αλλά σταθερή ενίσχυση της παραγωγής και της εξωστρέφειας, με περίπου 300 μονάδες παραγωγής στην επικράτεια, πολλές από τις οποίες μικρομεσαίες και οικογενειακού χαρακτήρα.
Δομικές προκλήσεις που αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητα
Ο κλάδος επισημαίνει ως βασικά προβλήματα: υψηλό Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) που επιβαρύνει δυσανάλογα τη λιανική τιμή, αυξημένο ενεργειακό κόστος, ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και υψηλά λειτουργικά κόστη (ενοίκια, μεταφορικά). Επιπλέον, η γραφειοκρατία και το κοστοβόρο ρυθμιστικό πλαίσιο δυσχεραίνουν ιδιαίτερα τις μικρές μονάδες, περιορίζοντας επενδύσεις για εκσυγχρονισμό και κλιματική προσαρμογή.
Αγοραστικές τάσεις και αλλαγή καταναλωτικού προφίλ
Παρά τη γενική ανάκαμψη, η εγχώρια κατανάλωση καταγράφει οριακή αύξηση (περίπου 2% το 2024) και εμφανίζει μετατοπίσεις: αύξηση ενδιαφέροντος για premium και γεωγραφικά προστατευόμενα προϊόντα αλλά και κίνηση προς μειωμένη κατανάλωση, ειδικά σε νεότερες ηλικιακές ομάδες (Gen Z). Η τάση για υγιεινότερες επιλογές και η ευαισθητοποίηση σχετικά με την κατάχρηση αλκοόλ θέτουν νέες προκλήσεις μάρκετινγκ και προϊόντικής καινοτομίας.
Σχόλιο
: Η ισχυρή εξωστρέφεια και η ποιότητα των ελληνικών αποσταγμάτων αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα. Για να μετατραπεί η δυναμική σε βιώσιμη ανάπτυξη απαιτείται μείωση γραφειοκρατίας, προσαρμογή του ΕΦΚ σε ευρωπαϊκά επίπεδα, στοχευμένη υποστήριξη μικρομεσαίων παραγωγών και συνεπής στρατηγική διεθνούς προβολής.






