ΙΟΒΕ: Πώς ο κλάδος αποσταγμάτων επηρεάζει ΑΕΠ, εργασία και φορολογία

Μελέτη του ΙΟΒΕ χαρτογραφεί τη συμβολή των αποσταγμάτων στην ελληνική οικονομία και εξετάζει πώς μια στοχευμένη μείωση του ΕΦΚ θα μπορούσε να περιορίσει την παραοικονομία και να ενισχύσει την παραγωγή, χωρίς απώλεια δημοσίων εσόδων.

Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Ο κλάδος αποσταγμάτων στην Ελλάδα: Συμβολή στην οικονομία και προοπτικές» φωτίζει τον οικονομικό ρόλο της εφοδιαστικής αλυσίδας αποσταγμάτων, αλλά και τα πιθανά οφέλη από μια αναπροσαρμογή του φορολογικού πλαισίου. Στον κλάδο περιλαμβάνονται όλα τα ποτά με τουλάχιστον 15 βαθμούς αλκοόλης – ουίσκι, βότκα, τζιν, ρούμι, τεκίλα, ούζο, τσίπουρο κ.ά. – που υπάγονται σε κοινό φορολογικό καθεστώς.

Ισχυρό αποτύπωμα σε ΑΕΠ, απασχόληση και περιφέρεια

Σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγή και εμπορία αποσταγμάτων εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλυσίδα αξίας, η οποία συνεισφέρει 2,1 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και υποστηρίζει 73,4 χιλιάδες θέσεις πλήρους απασχόλησης (στοιχεία 2024). Το αποτύπωμα δεν περιορίζεται σε ποτοποιίες και εισαγωγικές εταιρείες, αλλά εκτείνεται σε προμηθευτές, διανομή, λιανεμπόριο και κλάδο HORECA, αναδεικνύοντας τον στενό σύνδεσμο με τον τουρισμό.

Η εγχώρια καταγεγραμμένη παραγωγή αποσταγμάτων εμφανίζει αυξητική τάση, φθάνοντας τα 56 εκατ. λίτρα τελικού προϊόντος το 2024, αυξημένη κατά 4,9% σε σχέση με το 2023. Το 67% της παραγωγής συγκεντρώνεται σε Θεσσαλία, Βόρειο Αιγαίο και Ανατολική Μακεδονία & Θράκη, στοιχείο που υπογραμμίζει την περιφερειακή διάσταση του κλάδου και τον ρόλο του στη στήριξη τοπικών οικονομιών.

Υπερφορολόγηση, κάμψη κατανάλωσης και παραοικονομία

Παρά τη δυναμική παραγωγής, η καταγεγραμμένη κατανάλωση αποσταγμάτων έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2009, ως αποτέλεσμα της ύφεσης και των αυξήσεων σε ΕΦΚ και ΦΠΑ. Μετά την πτώση λόγω πανδημίας, οι πωλήσεις σταθεροποιούνται την τριετία 2023-2025 γύρω στα 5,1 εκατ. 9λιτρα κιβώτια, στο 64% των επιπέδων του 2009. Παράλληλα, παρατηρείται υποκατάσταση μεταξύ κατηγοριών ποτών, καθώς οι διαφορές τιμολόγησης και φορολογίας ωθούν μέρος της ζήτησης σε φθηνότερες επιλογές.

Η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο συντελεστή ΕΦΚ αποσταγμάτων στην ΕΕ-27 (σε όρους αγοραστικής δύναμης) και υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο γειτονικών και τουριστικά ανταγωνιστικών χωρών. Οι φόροι (ΕΦΚ και ΦΠΑ) αντιπροσωπεύουν πάνω από το 55% της τελικής λιανικής τιμής μιας φιάλης. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η υπερφορολόγηση δημιουργεί ισχυρά κίνητρα για παράνομο εμπόριο, πιέζει την εγχώρια αγορά και μειώνει την ανταγωνιστικότητα τουριστικών υπηρεσιών που βασίζονται στην κατανάλωση νόμιμων, επώνυμων ποτών.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται και στους ελέγχους: την τριετία 2022-2024 κατασχέθηκαν περίπου 500 χιλιάδες λίτρα παράνομων αλκοολούχων ποτών, από εγχώρια υποδηλωμένη παραγωγή, παραποιημένα προϊόντα ή διασυνοριακό εμπόριο.

Σενάριο μείωσης ΕΦΚ και διεύρυνση της φορολογικής βάσης

Η μελέτη αξιολογεί σενάριο μείωσης του ΕΦΚ στα αποστάγματα από 2.548 ευρώ ανά 100 λίτρα αιθυλικής αλκοόλης στα 1.930 ευρώ ανά 100 λίτρα, επίπεδο που αντιστοιχεί στον μέσο όρο της ΕΕ. Η βασική υπόθεση του ΙΟΒΕ είναι ότι η πραγματική κατανάλωση δεν θα αυξηθεί θεαματικά, αλλά θα υπάρξει μετακίνηση ποσοτήτων από το παράνομο στο νόμιμο εμπόριο.

Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη εκτιμά ότι μια τέτοια προσαρμογή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση πωλήσεων νόμιμων αποσταγμάτων κατά 8,3%, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, με θετική επίδραση στην απασχόληση: περίπου 13,1 χιλιάδες επιπλέον θέσεις πλήρους απασχόλησης στην αλυσίδα και προσθήκη περίπου 180 εκατ. ευρώ στο ΑΕΠ.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, το σενάριο χαρακτηρίζεται από το ΙΟΒΕ ως ουδέτερο ή ελαφρά θετικό, με συνολική θετική μεταβολή εσόδων (ΕΦΚ, ΦΠΑ, φόροι εισοδήματος) έως και 2,4 εκατ. ευρώ, παρά τη χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση ανά μονάδα προϊόντος. Επιπλέον, η μείωση του ΕΦΚ εκτιμάται ότι θα μπορούσε να μειώσει τη λιανική τιμή μιας τυπικής φιάλης ποτού κατά 13,6% και να φέρει την Ελλάδα πιο κοντά στο φορολογικό επίπεδο χωρών με παρόμοιο τουριστικό προϊόν, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα επιχειρήσεων HORECA.

Η κεντρική λογική της μελέτης είναι ότι, σε έναν κλάδο με έντονη παραοικονομία, η μείωση συντελεστών μπορεί να διευρύνει τη φορολογική βάση και να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς, αντί να οδηγήσει αυτόματα σε απώλεια εσόδων.

Σχόλιο SBCTV : Η μελέτη μεταφέρει τη συζήτηση για τον ΕΦΚ στα αποστάγματα από το στενό δημοσιονομικό όφελος στη συνολική εξίσωση ανταγωνιστικότητας, παραοικονομίας και περιφερειακής ανάπτυξης, θέτοντας στο τραπέζι το ερώτημα αν μια πιο ισορροπημένη φορολόγηση μπορεί να αποδώσει περισσότερα σε παραγωγή, απασχόληση και σταθερά δημόσια έσοδα.

#ΙΟΒΕ #αποστάγματα #φορολογία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.