Ο Κιρ Στάρμερ υπερασπίζεται την επιλογή του Λονδίνου να μη συμμετάσχει στα αρχικά αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει στρατιωτικά την παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου στον Κόλπο.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός σερ Κιρ Στάρμερ εμφανίστηκε ανυποχώρητος ως προς την απόφασή του να μη συμμετάσχει το Ηνωμένο Βασίλειο στα αρχικά αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά στόχων στο Ιράν, την ώρα που η κρίση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται και οι πιέσεις από την Ουάσιγκτον αυξάνονται.
Ισορροπία μεταξύ συμμαχίας με ΗΠΑ και αποφυγής κλιμάκωσης
Σε συνέντευξη Τύπου στην Ντάουνινγκ Στριτ, ο Στάρμερ υπογράμμισε ότι η Βρετανία έχει «τη δύναμη να στηρίζει τις αξίες και τις αρχές της, ανεξαρτήτως πιέσεων». Επανέλαβε τη διαχρονική θέση του Λονδίνου υπέρ μιας «διαπραγματευμένης διευθέτησης με το Ιράν, στο πλαίσιο της οποίας θα εγκαταλείψει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες», επιμένοντας στη γραμμή της αποκλιμάκωσης.
Η στάση αυτή τον φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επέκρινε δημοσίως τη βρετανική άρνηση χρήσης των βάσεων για την πρώτη φάση των επιθέσεων, χαρακτηρίζοντάς την «σοκαριστική» και αμφισβητώντας εάν ο Στάρμερ είναι «ο νέος Τσόρτσιλ». Παρ’ όλα αυτά, ο Βρετανός πρωθυπουργός επέμεινε ότι η «ειδική σχέση» δεν έχει ραγίσει, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες συνεχίζουν να ανταλλάσσουν πληροφορίες «24 ώρες το 24ωρο» και να συντονίζουν την άμυνά τους.
Χαρακτηριστικό της προσπάθειας ισορροπίας είναι ότι το Λονδίνο, μολονότι αρνήθηκε συμμετοχή σε επιθετικές επιχειρήσεις, αποδέχθηκε τελικά αμερικανικό αίτημα για χρήση βρετανικών βάσεων αποκλειστικά για «αμυντικά πλήγματα» κατά ιρανικών πυραυλικών υποδομών.
Ενίσχυση στρατιωτικής παρουσίας σε Κατάρ και Κύπρο
Παρά την πολιτική αποστασιοποίησης από τα πρώτα πλήγματα, η στρατιωτική εμπλοκή του Ηνωμένου Βασιλείου στην περιοχή βαθαίνει. Ο Στάρμερ ανακοίνωσε την άμεση αποστολή τεσσάρων επιπλέον μαχητικών Typhoon στο Κατάρ, ενώ αμυντικές πηγές έκαναν λόγο για περίπου 400 επιπλέον Βρετανούς στρατιωτικούς που έχουν ήδη μεταφερθεί τις τελευταίες εβδομάδες για την ενίσχυση της αεράμυνας στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο.
Στην Κύπρο κατευθύνονται επίσης δύο ελικόπτερα Wildcat με ικανότητες κατά μη επανδρωμένων αεροσκαφών, καθώς και το πολεμικό πλοίο HMS Dragon, το οποίο αναμένεται να καταπλεύσει στην περιοχή τις επόμενες εβδομάδες. Η κίνηση αυτή έρχεται μετά την επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος στη βάση της RAF στο Ακρωτήρι, που προκάλεσε περιορισμένες ζημιές, με την πρώτη εκτίμηση να αποδίδει την προέλευση του drone στον Λίβανο.
Το Λονδίνο δέχθηκε εσωτερική κριτική για την αρχική του αντίδραση, με την ηγέτιδα των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοκ να υποστηρίζει ότι «όταν οι βάσεις μας έχουν δεχθεί επίθεση, είμαστε ήδη μέρος της σύγκρουσης, είτε μας αρέσει είτε όχι» και ότι η ταχεία κλιμάκωση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει σε ταχύτερη λήξη των εχθροπραξιών.
Ασφάλεια πολιτών και πολιτικό κόστος
Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση Στάρμερ επιχειρεί να δείξει ότι ελέγχει την κατάσταση, τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο ανθρωπιστικό σκέλος. Ο πρωθυπουργός προήδρευσε της επιτροπής έκτακτης ανάγκης Cobra, ενώ ανακοίνωσε ότι η πρώτη ναυλωμένη από την κυβέρνηση πτήση επαναπατρισμού Βρετανών από τη Μέση Ανατολή απογειώθηκε από το Ομάν, έπειτα από τεχνική καθυστέρηση. Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου 4.000 Βρετανοί έχουν ήδη επιστρέψει, με δεκάδες χιλιάδες ακόμη να παραμένουν στην περιοχή.
Το Υπουργείο Εξωτερικών επικαιροποίησε τις ταξιδιωτικές οδηγίες για την Κύπρο, προειδοποιώντας ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος τρομοκρατικής επίθεσης. Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη έχει απαντήσει στα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα με επιθέσεις όχι μόνο κατά του Ισραήλ, αλλά και κατά κρατών του Κόλπου που θεωρούνται σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν και η Σαουδική Αραβία.
Η επιλογή του Στάρμερ να κρατήσει αποστάσεις από την πρώτη φάση της επίθεσης, ενώ παράλληλα ενισχύει θεαματικά την παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου στο θέατρο επιχειρήσεων, διαμορφώνει μια γραμμή «ελεγχόμενης εμπλοκής» που δοκιμάζει τα όρια της ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ και θα κριθεί τόσο από την εξέλιξη της σύγκρουσης όσο και από την αντοχή της βρετανικής κοινής γνώμης σε έναν παρατεταμένο πόλεμο χαμηλής αλλά απρόβλεπτης έντασης.
Σχόλιο
: Το Λονδίνο επιχειρεί να διατηρήσει στρατηγική αυτονομία χωρίς να ραγίσει τη συμμαχία με τις ΗΠΑ, όμως η γραμμή «αμυντικής μόνο εμπλοκής» είναι εξαιρετικά λεπτή και μπορεί να ανατραπεί από μία μόνο μεγάλη ιρανική ή συμμαχική κίνηση επί του πεδίου.






