Η κυβέρνηση προωθεί τέσσερις στρατηγικές συμφωνίες υδρογονανθράκων με Chevron και HELLENiQ Upstream σε Νότια Κρήτη, Νότια Πελοπόννησο και Ιόνιο. Ο Σταύρος Παπασταύρου τις παρουσιάζει ως το βήμα μετάβασης από ενεργειακό κόμβο σε χώρα-παραγωγό φυσικού αερίου.
Οι ενεργειακές συμφωνίες της Ελλάδας με τις Chevron Greece Holdings και HELLENiQ Upstream, που κυρώνονται με νομοσχέδιο στη Βουλή, αναδεικνύονται σε κεντρικό πυλώνα της κυβερνητικής στρατηγικής για την αναβάθμιση του ρόλου της χώρας στην αγορά φυσικού αερίου. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, υποστήριξε στην αρμόδια επιτροπή ότι με τις συγκεκριμένες συμβάσεις –σε συνδυασμό με εκείνες της ExxonMobil– «η Ελλάδα βάζει τα θεμέλια για να γίνει από ενεργειακός κόμβος, χώρα-παραγωγός φυσικού αερίου».
Χρονοδιάγραμμα ερευνών και οικονομικό διακύβευμα
Ο υπουργός παρουσίασε ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο χρονοδιάγραμμα, δεσμευόμενος ότι «σε 12 μήνες από τώρα, στις αρχές του 2027» η χώρα θα επιχειρήσει την πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο Ιόνιο μετά από σχεδόν μισό αιώνα, ενώ στο δεύτερο μισό του ίδιου έτους προβλέπονται οι πρώτες γεωφυσικές μελέτες για τις παραχωρήσεις της Chevron. Τόνισε ότι η προοπτική παραγωγής δεν μπορεί να προεξοφληθεί, καθώς εξαρτάται από την εμπορική εκμεταλλευσιμότητα των κοιτασμάτων, υπογράμμισε όμως πως δεν μπορεί να υποτιμηθεί, αφού δυνητικά μπορεί να αποφέρει «σημαντικούς δημόσιους πόρους για τις επόμενες γενιές».
Ο κ. Παπασταύρου παρουσίασε τις συμβάσεις ως συνέχεια μιας διακομματικής διαδρομής που ξεκινά από το 2011 με τον Γιάννη Μανιάτη, περνά από τις προκηρύξεις της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου το 2014 και δεν εγκαταλείφθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Με την κύρωση των σημερινών συμβάσεων, όπως είπε, «διπλασιάζονται οι περιοχές της ελληνικής δικαιοδοσίας στις οποίες έχουμε εξερεύνηση», σηματοδοτώντας το «δεύτερο κεφάλαιο» που μπορεί να οδηγήσει σε παραγωγή υδρογονανθράκων.
Ενεργειακή ανθεκτικότητα, γεωπολιτική διάσταση και νομικές ενστάσεις
Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, ο υπουργός συνέδεσε ευθέως τις ενεργειακές επιλογές με την οικονομική και γεωπολιτική σταθερότητα. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης διπλάσιους του ευρωπαϊκού μέσου όρου και «ισχυρότερη παρά ποτέ αποτρεπτική δύναμη», παραπέμποντας στις πρόσφατες αποφάσεις αποστολής φρεγατών και αναβαθμισμένων F-16. Στο ενεργειακό πεδίο, απέδωσε κεντρικό ρόλο στην επιλογή της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη από το 2019 να επενδύσει συστηματικά στο φυσικό αέριο, κάτι που –κατά τον ίδιο– επέτρεψε στην Ελλάδα να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα και «πύλη εισόδου» αμερικανικού φυσικού αερίου στην περιοχή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην πολιτική και νομική θωράκιση των συμβάσεων απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Επικαλέστηκε τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου 2025, όπου αναφέρεται ότι το μνημόνιο είναι «παράνομο και άκυρο» και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, επισημαίνοντας ότι η ενεργοποίηση μιας από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές ενεργειακές εταιρείες παγκοσμίως στην περιοχή συνιστά έμπρακτη ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική θέση.
Απαντώντας στην αντιπολίτευση για το επίμαχο άρθρο 30 παρ. 3, διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για «νομική πρόβλεψη κατανομής και διαχείρισης ευθύνης» που δεν συνεπάγεται αποδοχή αμφισβητούμενων καταστάσεων. Τόνισε ότι «μια ιδιωτική συμφωνία δεν εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα» και ότι οι ασφαλιστικές δικλείδες –όπως η απαγόρευση ορισμού αποκλειστικού εμπειρογνώμονα χωρίς έγκριση του Δημοσίου και η τυπική ρήτρα ανωτέρας βίας– είναι πάγιες διεθνείς πρακτικές, παρούσες και σε συμβάσεις που είχε εγκρίνει η προηγούμενη Βουλή.
Σχόλιο
: Οι συμφωνίες με Chevron και HELLENiQ Upstream συνιστούν ουσιαστικά ένα στρατηγικό στοίχημα: η Ελλάδα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη γεωπολιτική της θέση, διευρύνοντας ταυτόχρονα το χαρτοφυλάκιο ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης, τη στιγμή που η ρωσοευρωπαϊκή σχέση στο φυσικό αέριο παραμένει εύθραυστη. Το πολιτικό κέρδος είναι άμεσο – ψήφος εμπιστοσύνης από ενεργειακούς κολοσσούς και έμμεση αμφισβήτηση του τουρκολιβυκού μνημονίου. Το οικονομικό όφελος όμως παραμένει υπό αίρεση, καθώς όλα θα κριθούν από την ταχύτητα υλοποίησης των ερευνών, την περιβαλλοντική διαχείριση και, κυρίως, από το αν τα κοιτάσματα θα αποδειχθούν πράγματι εμπορικά εκμεταλλεύσιμα σε μια αγορά που ταυτόχρονα επιταχύνει την πράσινη μετάβαση.






