Η εκτόξευση των τιμών ενέργειας επαναφέρει εσπευσμένα τον διάλογο Βρυξελλών – Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ασφάλεια εφοδιασμού, το φυσικό αέριο και οι λογαριασμοί νοικοκυριών.
Η απόφαση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να συναντηθεί με τον εκτελεστικό διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) Φατίχ Μπιρόλ σηματοδοτεί ότι οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν την τρέχουσα άνοδο των τιμών ενέργειας ως στρατηγική απειλή και όχι ως παροδική διαταραχή. Η συζήτηση επικεντρώνεται στο πώς μπορεί να ανακοπεί η «σπειροειδής» αύξηση των τιμών σε φυσικό αέριο, ηλεκτρισμό και πετρέλαιο, χωρίς να υπονομευθεί η πράσινη μετάβαση και η ασφάλεια εφοδιασμού.
Η πίεση από αγορές, γεωπολιτική και πράσινη μετάβαση
Η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας βρίσκεται στη διασταύρωση τριών πιέσεων: της γεωπολιτικής αστάθειας, της μεταβλητότητας στις διεθνείς τιμές καυσίμων και του κόστους της μετάβασης σε καθαρές τεχνολογίες. Οι περιορισμοί σε αγωγούς φυσικού αερίου, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και οι κλιματικές πολιτικές που αυξάνουν την τιμή του διοξειδίου του άνθρακα, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, που παραμένουν ιδιαίτερα εξαρτημένες από το φυσικό αέριο για ηλεκτροπαραγωγή, η εκτόξευση των τιμών μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένους λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αλλά και σε πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό μέσω μέτρων στήριξης. Στο επίπεδο της Ευρωζώνης, η ακριβή ενέργεια απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, δυσκολεύοντας τη νομισματική πολιτική και επιβαρύνοντας το κόστος δανεισμού.
Ο IEA, υπό τον Φατίχ Μπιρόλ, έχει τα τελευταία χρόνια προειδοποιήσει ότι οι επενδύσεις σε νέες υποδομές – τόσο σε ΑΠΕ όσο και σε δίκτυα και αποθήκευση – υπολείπονται των αναγκών. Η συζήτηση με την Κομισιόν αναμένεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό: πώς η Ευρώπη θα αυξήσει την ανθεκτικότητα του ενεργειακού της συστήματος, μειώνοντας παράλληλα την έκθεση σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Πιθανές παρεμβάσεις και οι προκλήσεις για την ΕΕ και την Ελλάδα
Στο τραπέζι των Βρυξελλών βρίσκονται μια σειρά από εργαλεία: από κοινοποιημένες αγορές φυσικού αερίου και ελάχιστα επίπεδα αποθεμάτων, μέχρι μηχανισμούς περιορισμού της ακραίας μεταβλητότητας στις χονδρικές αγορές ηλεκτρισμού. Παράλληλα, εξετάζεται η επιτάχυνση αδειοδοτήσεων για έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης, ώστε να περιοριστεί σταδιακά η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, που παραμένουν ο βασικός μοχλός ακρίβειας.
Ωστόσο, κάθε παρέμβαση ισορροπεί ανάμεσα σε αντικρουόμενους στόχους: προστασία καταναλωτών, διατήρηση κινήτρων για επενδύσεις και αποφυγή στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό. Για παράδειγμα, γενικευμένες επιδοτήσεις στην κατανάλωση μπορεί βραχυπρόθεσμα να ανακουφίσουν νοικοκυριά, αλλά μακροπρόθεσμα καθυστερούν την ενεργειακή εξοικονόμηση και επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση φον ντερ Λάιεν – Μπιρόλ έχει άμεσο ενδιαφέρον, καθώς τυχόν ευρωπαϊκοί μηχανισμοί στήριξης ή κοινοί κανόνες θα καθορίσουν το πλαίσιο στο οποίο κινείται η εγχώρια ενεργειακή πολιτική. Η ενίσχυση των διασυνδέσεων, η διαφοροποίηση πηγών φυσικού αερίου και η επιτάχυνση επενδύσεων σε ΑΠΕ και αποθήκευση θα κρίνουν εάν η χώρα θα παραμείνει όμηρος των διεθνών τιμών ή θα αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Σχόλιο
: Η συνάντηση φον ντερ Λάιεν – Μπιρόλ δείχνει ότι η ενεργειακή ακρίβεια αντιμετωπίζεται πλέον ως δομικός, όχι συγκυριακός κίνδυνος. Το ζητούμενο για την ΕΕ δεν είναι άλλη μία δόση επιδοτήσεων, αλλά μια συνεκτική στρατηγική επενδύσεων, εξοικονόμησης και διαφοροποίησης που θα μειώσει την εξάρτηση από ασταθείς διεθνείς αγορές. Για την Ελλάδα, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκές λύσεις και η επιτάχυνση των δικών της μεταρρυθμίσεων στην ενέργεια θα κρίνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας την επόμενη δεκαετία.






