Με απώλειες 6,8% στον Γενικό Δείκτη και ισχυρή πίεση στις τράπεζες έκλεισε η πρώτη εβδομάδα Μαρτίου. Ο πόλεμος στο Ιράν και ο κίνδυνος ενεργειακού σοκ επαναφέρουν σενάρια στασιμοπληθωρισμού.
Η πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου βρήκε το Χρηματιστήριο της Αθήνας αντιμέτωπο με μια από τις πιο απότομες διορθώσεις των τελευταίων μηνών, καθώς η έναρξη του πολέμου στο Ιράν και ο φόβος για νέο ενεργειακό σοκ οδήγησαν σε μαζικές ρευστοποιήσεις. Ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε εβδομαδιαίες απώλειες 6,8%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης βρέθηκε ακόμη πιο χαμηλά, με πτώση 8,35%.
Κλυδωνισμοί από Μέση Ανατολή και φόβοι για ενέργεια
Η εβδομάδα ξεκίνησε με διήμερη βουτιά 8,9% στον Γενικό Δείκτη, στέλνοντας την αγορά σε χαμηλά άνω των τριών μηνών. Μια ενδιάμεση ανοδική αντίδραση επανέφερε προσωρινά τις 2.170 μονάδες, ωστόσο η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και ειδικά στον Περσικό Κόλπο επανενεργοποίησε τις πιέσεις την Παρασκευή.
Καθοριστικός παράγοντας για το κλίμα είναι ο κίνδυνος διαταραχής στις ροές ενέργειας. Η προειδοποίηση του υπουργού Ενέργειας του Κατάρ, ότι οι παραγωγοί της περιοχής μπορεί να αναγκαστούν να διακόψουν τις εξαγωγές «εντός ολίγων εβδομάδων» εάν συνεχιστεί η σύρραξη, λειτούργησε ως καμπανάκι για τις διεθνείς αγορές. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, με άμεσες επιπτώσεις σε πληθωρισμό και ανάπτυξη.
Παράλληλα, τα στοιχεία για την απασχόληση στις ΗΠΑ επιβάρυναν περαιτέρω το κλίμα, καθώς οι αναλυτές προσπαθούν να αποτιμήσουν τον συνδυασμό γεωπολιτικού ρίσκου και μακροοικονομικών πιέσεων. Η Berenberg προβλέπει για τις ΗΠΑ επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 2% και άνοδο του πληθωρισμού στο 3%, με ακόμη πιο δυσμενές σενάριο σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης. Για την Ευρωζώνη, εκτιμάται σαφώς μεγαλύτερη αρνητική επίδραση, με την ανάπτυξη να μπορεί να υποχωρήσει έως το 0,7% και τον πληθωρισμό να κινείται πάνω από το 3%.
Τράπεζες στο επίκεντρο, περιορισμένα καταφύγια στη μεγάλη κεφαλαιοποίηση
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Γενικός Δείκτης του ΧΑ κινήθηκε πτωτικά σχεδόν σε όλη τη συνεδρίαση της Παρασκευής, φτάνοντας ενδοσυνεδριακά έως -3,18% και οριακά πάνω από τις 2.100 μονάδες, για να κλείσει τελικά στις 2.122,60 μονάδες με πτώση 2,27%.
Οι τράπεζες βρέθηκαν στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων. Ο Δείκτης Τραπεζών έκλεισε στις 2.349,58 μονάδες με πτώση 3,95%, έχοντας προηγουμένως βρεθεί κοντά στο -4,9%. Όλοι οι τραπεζικοί τίτλοι έκλεισαν σε αρνητικό έδαφος: η Optima υποχώρησε 6,15%, η Τράπεζα Πειραιώς 5,01%, η Alpha Bank 4,11% και η Εθνική Τράπεζα 3,68%, ενώ απώλειες άνω του 3% σημείωσαν και οι Eurobank και Τράπεζα Κύπρου.
Η εικόνα στο ταμπλό ήταν ευρέως αρνητική, με την αναλογία ανοδικών προς πτωτικές μετοχές στο 1 προς 3. Μόλις 29 τίτλοι έκλεισαν με κέρδη, έναντι 88 που υποχώρησαν και 33 αμετάβλητων. Ο συνολικός τζίρος ενισχύθηκε στα 314,3 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 32,04 εκατ. ευρώ σε προσυμφωνημένες συναλλαγές, στοιχείο που δείχνει έντονη αναδιάρθρωση θέσεων από θεσμικούς παίκτες.
Στη μεγάλη κεφαλαιοποίηση, λίγοι τίτλοι λειτούργησαν ως σχετική «ασπίδα». Motor Oil και Helleniq Energy κατέγραψαν άνοδο 3,61% και 3,16% αντίστοιχα, επωφελούμενες από το ανοδικό story των ενεργειακών τιμών. Κέρδη σημείωσε και η Σαράντης, ενώ σε θετικό έδαφος έκλεισαν ΟΤΕ, ElvalHalcor και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, με τη Lamda Development να παραμένει αμετάβλητη.
Στον αντίποδα, ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν βιομηχανικοί και κυκλικοί τίτλοι: η Τιτάν υποχώρησε 5,01%, Cenergy και Viohalco έχασαν άνω του 4%, ενώ η Aegean και η ΔΕΗ κινήθηκαν με πτώση άνω του 3%. ΟΠΑΠ, ΕΥΔΑΠ, Jumbo, ΔΑΑ, Metlen, Coca-Cola HBC και Aktor κατέγραψαν μικρότερες, αλλά σαφείς απώλειες.
Σχόλιο
: Η εβδομαδιαία πτώση στο ΧΑ δεν είναι μια απλή τεχνική διόρθωση, αλλά αντανάκλαση ενός νέου κύκλου γεωπολιτικού ρίσκου που επηρεάζει άμεσα ενέργεια, πληθωρισμό και προσδοκίες ανάπτυξης. Η στροφή των επενδυτών προς αμυντικούς και ενεργειακούς τίτλους, σε συνδυασμό με την έντονη αποστροφή κινδύνου στις τράπεζες και τα κυκλικά χαρτιά, δείχνει ότι η αγορά αρχίζει να προεξοφλεί σενάρια πιο επίμονων πληθωριστικών πιέσεων και χαμηλότερης ανάπτυξης στην Ευρωζώνη. Για τους Έλληνες επενδυτές, η επόμενη περίοδος θα είναι τεστ αντοχής διαχείρισης ρίσκου και ρευστότητας, με τις διεθνείς εξελίξεις να υπαγορεύουν τον ρυθμό πολύ περισσότερο από τα εγχώρια θεμελιώδη.






