Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από τον πόλεμο στο Ιράν δεν απειλεί μόνο το πετρέλαιο αλλά και τα λιπάσματα. Η διαταραχή στις ροές αζωτούχων θρεπτικών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες αποδόσεις και νέο άλμα στις τιμές τροφίμων.
Η στρατιωτική κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο και η de facto παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ από το Ιράν μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα κινδύνου για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια. Πέρα από τις θεαματικές αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και του LNG, ο πραγματικός «αδύναμος κρίκος» είναι τα λιπάσματα και οι εισαγωγές τροφίμων που στηρίζουν ολόκληρες περιφέρειες του πλανήτη.
Ο κόμβος των λιπασμάτων στα Στενά του Ορμούζ
Οι χώρες του Κόλπου έχουν εξελιχθεί σε κεντρικούς παίκτες στην παγκόσμια αγορά λιπασμάτων. Σύμφωνα με στοιχεία ναυτιλιακής ανάλυσης, περίπου το 20% του διεθνούς εμπορίου βασικών λιπασμάτων όπως αμμωνία, φωσφορικά και θείο προέρχεται από την περιοχή, ενώ σχεδόν το μισό του παγκόσμιου εμπορίου ουρίας –του πιο διαδεδομένου αζωτούχου λιπάσματος– εξαρτάται από τις εξαγωγές του Κόλπου. Η διακοπή της παραγωγής στο Ras Laffan από την QatarEnergy, μετά τις ιρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές και λιπασματοπαραγωγικές εγκαταστάσεις, έχει αφήσει εκατοντάδες χιλιάδες τόνους θρεπτικών στοιχείων ακινητοποιημένους. Ο ΟΗΕ (UNCTAD) εκτιμά ότι 1,33 εκατ. τόνοι λιπασμάτων διέρχονται κάθε μήνα από τα Στενά του Ορμούζ· ένας αποκλεισμός ακόμη και 30 ημερών αρκεί για να δημιουργήσει ελλείψεις για καλλιέργειες με υψηλές ανάγκες σε άζωτο όπως καλαμπόκι, σιτάρι και ρύζι.
Ακριβότερα λιπάσματα, χαμηλότερες αποδόσεις
Από την έναρξη του πολέμου, οι τιμές λιπασμάτων έχουν αυξηθεί κατά 10% έως 30%, παρότι παραμένουν περίπου 40% χαμηλότερες από τα ιστορικά υψηλά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Ειδικοί προειδοποιούν ότι οι αγρότες, ιδιαίτερα σε φτωχότερες χώρες, θα αναγκαστούν είτε να αλλάξουν καλλιέργειες προς λιγότερο απαιτητικές σε λίπανση, είτε να μειώσουν συνολικά τη χρήση λιπασμάτων. Και τα δύο σενάρια σημαίνουν χαμηλότερες αποδόσεις και νέο περιορισμό της προσφοράς τροφίμων. Την ίδια στιγμή, άλλοι μεγάλοι παραγωγοί λιπασμάτων –Ρωσία, Κίνα, ΗΠΑ, Μαρόκο– διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια άμεσης αύξησης παραγωγής, ενώ η Κίνα διατηρεί εξαγωγικούς περιορισμούς σε φωσφορικά και αζωτούχα προϊόντα. Η τεχνική δυνατότητα παραγωγής αζωτούχων λιπασμάτων όπου υπάρχει φυσικό αέριο ή άνθρακας σκοντάφτει στο σημερινό υψηλό ενεργειακό κόστος, που καθιστά μη βιώσιμες μεγάλες επεκτάσεις παραγωγής.
Ενέργεια, μεταφορές και πληθωρισμός τροφίμων
Το σοκ δεν περιορίζεται στα λιπάσματα. Η άνοδος του Brent γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, με αιχμές έως 119,50 δολάρια, έχει ήδη μετακυλιστεί στις τιμές ντίζελ σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ασία. Καθώς το πετρέλαιο τροφοδοτεί μηχανήματα, μεταφορές, επεξεργασία και ψύξη τροφίμων, κάθε στάδιο της αλυσίδας αξίας επιβαρύνεται. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι μια διατηρήσιμη αύξηση 10% στις τιμές ενέργειας για έναν χρόνο μπορεί να προσθέσει 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό και να αφαιρέσει έως 0,2% από την παγκόσμια ανάπτυξη. Με δεδομένο ότι πολλές χώρες βίωσαν ήδη υψηλό πληθωρισμό τροφίμων το 2023-2024, η νέα άνοδος κινδυνεύει να παγιώσει ένα ακριβό «νέο κανονικό» για τα βασικά είδη διατροφής.
Οι μεγάλοι χαμένοι: Ινδία, Βραζιλία, Αφρική και κράτη του Κόλπου
Η κατανομή του κόστους είναι εξαιρετικά άνιση. Η Ινδία, που εισάγει έως και τα δύο τρίτα των αζωτούχων λιπασμάτων της από τον Κόλπο, βλέπει την κρίσιμη περίοδο των μουσώνων να απειλείται, με κινδύνους για την παραγωγή ρυζιού και σιταριού για 1,45 δισ. κατοίκους. Η Βραζιλία, μεγάλος εξαγωγέας σόγιας και καλαμποκιού, εξαρτάται κατά περίπου 40% από ουρία προέλευσης Κόλπου, γεγονός που μπορεί να συμπιέσει αποδόσεις σε μια ήδη σφιχτή παγκόσμια αγορά. Ακόμη πιο δυσοίωνη είναι η προοπτική για την υποσαχάρια Αφρική, όπου η χρήση λιπασμάτων είναι ήδη πολύ κάτω από τα αναγκαία επίπεδα· ακόμη και μικρές αυξήσεις τιμών μπορεί να οδηγήσουν μικροκαλλιεργητές σε περαιτέρω μείωση, βαθαίνοντας τη χρόνια πείνα. Τα ίδια τα κράτη του Κόλπου, που εισάγουν 80%-90% των τροφίμων τους και εξαρτώνται από τα Στενά του Ορμούζ για τις εισαγωγές, κινδυνεύουν από ταχεία απομείωση στρατηγικών αποθεμάτων και ανάγκη για δαπανηρές παρακάμψεις μέσω Ερυθράς Θάλασσας και Κόλπου του Ομάν.
Στο εσωτερικό του Ιράν, όπου ο πληθωρισμός ξεπερνούσε ήδη το 40% πριν από τη σύρραξη, οι περαιτέρω ανατιμήσεις σε τρόφιμα και ενέργεια απειλούν να επιδεινώσουν δραματικά τις κοινωνικές πιέσεις. Παρά τις διαβεβαιώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι ο πόλεμος «τελειώνει σύντομα», οι συνεχιζόμενες επιθέσεις σε πλοία υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος παρατεταμένης διαταραχής παραμένει υψηλός.
Σχόλιο
: Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αποκαλύπτει πόσο ευάλωτο είναι το παγκόσμιο διατροφικό σύστημα σε γεωπολιτικά σοκ και συγκεντρωμένες πηγές πρώτων υλών. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: διαφοροποίηση προμηθειών λιπασμάτων, επενδύσεις σε αποδοτικότερες πρακτικές λίπανσης και ενίσχυση των στρατηγικών αποθεμάτων τροφίμων δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ασφάλεια εθνικής σημασίας.






