Η απότομη άνοδος της βενζίνης στις ΗΠΑ επιβαρύνει τα νοικοκυριά και μετατρέπεται σε κεντρικό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο. Νέα δημοσκόπηση δείχνει ότι σχεδόν οι μισοί πολίτες θεωρούν προσωπικά υπεύθυνο τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η κλιμάκωση των τιμών των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες παύει να είναι απλώς ένα ζήτημα κόστους διαβίωσης και εξελίσσεται σε μείζον πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με γρήγορη διαδικτυακή δημοσκόπηση της Morning Consult, που παρουσιάστηκε στο Axios, περίπου οι μισοί Αμερικανοί πολίτες αποδίδουν την εκτίναξη της βενζίνης στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την κυβέρνησή του.
Η δημοσκόπηση και η αλλαγή κλίματος στην κοινή γνώμη
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.002 ενηλίκων στις ΗΠΑ, με σταθμισμένα δημογραφικά και περιθώριο σφάλματος ±3 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνει απότομη μεταστροφή στο πώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πορεία των τιμών. Το 74% δηλώνει ότι η βενζίνη έχει ακριβύνει φέτος, ποσοστό αυξημένο κατά 30 μονάδες σε σχέση με πριν από έξι εβδομάδες, όταν η ίδια εταιρεία μέτρησε το κλίμα για το ίδιο θέμα.
Κομβικό εύρημα είναι η απόδοση ευθύνης. Στην ερώτηση «ποιος είναι ο κύριος υπεύθυνος για τις τρέχουσες τιμές της βενζίνης;», το 48% δείχνει τον πρόεδρο και την κυβέρνησή του. Μόλις το 16% κατηγορεί τις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, το 13% τις απρόσωπες δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς, ενώ ένα 11% επιρρίπτει ευθύνες στον πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν.
Όπως σημειώνει ο πρόεδρος της Morning Consult, Kyle Dropp, οι χαμηλές τιμές καυσίμων αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα ένα από τα λίγα απτά θετικά σημεία για την κυβέρνηση Τραμπ στα μάτια πολλών ψηφοφόρων. «Τώρα δεν είναι», υπογραμμίζει, συνοψίζοντας τη μεταβολή του πολιτικού αφηγήματος γύρω από την τσέπη του μέσου οδηγού.
Πόλεμος, πετρέλαιο και οικονομικές επιπτώσεις
Η απότομη άνοδος των τιμών αποδίδεται στην εκτίναξη του κόστους του πετρελαίου λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο οποίος έχει αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και τη διαθεσιμότητα προσφοράς. Το φαινόμενο αυτό μεταφέρεται γρήγορα στις αντλίες των πρατηρίων, με τις τιμές της βενζίνης να αυξάνονται συνεχόμενα επί 11 ημέρες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της AAA, η μέση τιμή για ένα γαλόνι απλής αμόλυβδης έχει αυξηθεί πάνω από 20% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα και διαμορφώνεται πλέον στα 3,63 δολάρια ανά γαλόνι, ξεπερνώντας το ψυχολογικό όριο των 3,50 δολαρίων. Η εξέλιξη αυτή απειλεί να λειτουργήσει ως φρένο στην οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ, καθώς συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, επιβαρύνει τις μεταφορές και ενισχύει τον γενικό πληθωρισμό.
Για τον Λευκό Οίκο, η δυναμική των τιμών της βενζίνης είναι διπλά επικίνδυνη: από τη μία πλευρά, τροφοδοτεί τη δυσαρέσκεια των νοικοκυριών σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, από την άλλη, ενισχύει το αφήγημα των πολιτικών αντιπάλων ότι η διαχείριση της ενεργειακής κρίσης και του πολέμου υπήρξε λανθασμένη. Όταν σχεδόν οι μισοί ψηφοφόροι προσωποποιούν την ευθύνη, η πολιτική φθορά είναι άμεση και μετρήσιμη.
Η συζήτηση για το ποιος ευθύνεται –η κυβέρνηση, οι πετρελαϊκές ή η παγκόσμια αγορά– αποκτά έτσι κεντρική θέση στην αμερικανική δημόσια σφαίρα, με φόντο έναν πόλεμο που ήδη ανατρέπει ισορροπίες στην αγορά ενέργειας και αναγκάζει την Ουάσινγκτον να αναζητά τρόπους αποσυμπίεσης της κατάστασης.
Σχόλιο
: Η εκτίναξη της βενζίνης λειτουργεί ως «φόρος» πάνω στη μεσαία τάξη και μετατρέπει τον πόλεμο σε εσωτερικό πολιτικό boomerang για τον Τραμπ. Όταν η κοινωνία αγνοεί τις σύνθετες διεθνείς αιτίες και εστιάζει στο πρόσωπο του προέδρου, η διαχείριση της ενεργειακής κρίσης παύει να είναι τεχνικό ζήτημα και γίνεται κεντρικό πεδίο εκλογικής σύγκρουσης.






