Οι ΗΠΑ παγώνουν για έναν μήνα μέρος των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο, επιτρέποντας τη διάθεση 140 εκατ. βαρελιών σε διαμετακόμιση. Στόχος είναι η αποκλιμάκωση των τιμών εν μέσω πολέμου στο Ιράν και μπλοκαρίσματος του Στενού του Ορμούζ.
Σε μια κίνηση που συνδυάζει ενεργειακό ρεαλισμό με σκληρή γεωπολιτική στόχευση, η Ουάσιγκτον αναστέλλει για 30 ημέρες μέρος των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο, επιτρέποντας την πώληση περίπου 140 εκατ. βαρελιών που βρίσκονται ήδη σε διαμετακόμιση. Η απόφαση έρχεται σε μια στιγμή που οι διεθνείς τιμές πετρελαίου έχουν ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν και την ουσιαστική παύση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ.
Ελεγχόμενη χαλάρωση κυρώσεων με στόχο τις αγορές ενέργειας
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ χορηγούν βραχυπρόθεσμη άδεια, ειδικού σκοπού, ώστε να μπορέσουν να πωληθούν τα συγκεκριμένα φορτία ιρανικού αργού. Δεν πρόκειται για γενικευμένη άρση κυρώσεων, αλλά για στοχευμένη εξαίρεση που αφορά αποκλειστικά βαρέλια τα οποία ήδη ταξιδεύουν στις θάλασσες.
«Ουσιαστικά, θα χρησιμοποιήσουμε τα ιρανικά βαρέλια εναντίον της Τεχεράνης για να διατηρήσουμε την τιμή του καυσίμου χαμηλή καθώς συνεχίζουμε την Επιχείρηση “Επική Οργή”», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μπέσεντ. Η φράση αυτή αποτυπώνει τη διπλή στόχευση της κίνησης: αφενός την ανάγκη σταθεροποίησης της αγοράς ενέργειας, αφετέρου την πρόθεση να μην επιτραπεί στο Ιράν να αξιοποιήσει ανενόχλητο τα έσοδα από αυτές τις πωλήσεις.
Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, μετά το κλείσιμο de facto του Στενού του Ορμούζ –ενός από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα για τις παγκόσμιες εξαγωγές καυσίμων– έχει ήδη προκαλέσει έντονη αναταραχή σε αγορές και οικονομίες. Η αμερικανική κίνηση επιχειρεί να αυξήσει άμεσα τη διαθέσιμη προσφορά, στέλνοντας μήνυμα στις αγορές ότι θα υπάρξει πρόσθετος όγκος αργού, έστω και προσωρινά.
Σκληρή γραμμή απέναντι στην Τεχεράνη και μακροπρόθεσμο στοίχημα
Παρά την εντύπωση ότι πρόκειται για «χαλάρωση» της πίεσης προς το Ιράν, ο Μπέσεντ φρόντισε να υπογραμμίσει πως η στρατηγική μέγιστης πίεσης παραμένει σε πλήρη ισχύ. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να ασκούν τη μέγιστη πίεση στο Ιράν και στην ικανότητά του να έχει πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα», ανέφερε, τονίζοντας ότι η Τεχεράνη θα δυσκολευτεί να αποκτήσει πρόσβαση σε «οποιαδήποτε έσοδα προκύψουν» από τις επίμαχες πωλήσεις.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί έτσι μια λεπτή ισορροπία: επιτρέπει τη ροή φυσικού προϊόντος στις αγορές, αλλά κρατά σφιχτά κλειστές τις στρόφιγγες της χρηματοδότησης προς το ιρανικό καθεστώς. Η κίνηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική, κατά την οποία η ενεργειακή ασφάλεια της Δύσης αντιμετωπίζεται ως προϋπόθεση οικονομικής ευημερίας. Όπως σημείωσε ο Αμερικανός ΥΠΟΙΚ, «οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμη αναστάτωση τώρα θα μεταφραστεί τελικά σε μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη για τους Αμερικανούς — επειδή δεν υπάρχει ευημερία χωρίς ασφάλεια».
Για τις διεθνείς αγορές, η απόφαση λειτουργεί ως σήμα ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν ακόμη και «ανεπιθύμητα» βαρέλια –υπό καθεστώς κυρώσεων– ως εργαλείο σταθεροποίησης τιμών, χωρίς να εγκαταλείπουν το πλαίσιο των οικονομικών περιορισμών. Η εξέλιξη αναμένεται να παρακολουθείται στενά από παραγωγούς, καταναλωτές και ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που βρίσκονται αντιμέτωπες με νέο κύμα ενεργειακής αβεβαιότητας.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον δοκιμάζει ένα ιδιότυπο «ενεργειακό realpolitik»: αξιοποιεί προσωρινά το ιρανικό πετρέλαιο για να σβήσει τη φωτιά που ο ίδιος ο πόλεμος έχει ανάψει στις αγορές, χωρίς όμως να χαλαρώνει τη χρηματοπιστωτική θηλιά γύρω από την Τεχεράνη. Το μήνυμα προς τις αγορές είναι καθησυχαστικό, προς το Ιράν παραμένει αποτρεπτικό· η επιτυχία της κίνησης θα κριθεί από το κατά πόσο θα συγκρατήσει τις τιμές χωρίς να δημιουργήσει μόνιμες ρωγμές στο καθεστώς κυρώσεων.






