Δέκα χρόνια μετά τα capital controls, η Ελλάδα βρίσκεται προ της οριστικής επιστροφής στις ανεπτυγμένες αγορές. Η απόφαση της MSCI έως 31 Μαρτίου μπορεί να αλλάξει τον χάρτη των διεθνών ροών κεφαλαίων.
Δέκα χρόνια μετά το σοκ των capital controls και το πεντάβδομο κλείσιμο του Χρηματιστηρίου Αθηνών, η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ανάκαμψης στην ευρωζώνη. Οι τραπεζικές μετοχές που είχαν καταρρεύσει τότε κατά 94% και μια αγορά που είχε συρρικνωθεί κάτω από το μέγεθος της Αιγύπτου ή του Μαρόκου, διεκδικούν ξανά θέση στον «χάρτη» των ανεπτυγμένων αγορών.
Η κρισιμότητα της απόφασης MSCI και το βάρος των δεικτών
Η MSCI εξετάζει την επαναταξινόμηση της Ελλάδας από «αναδυόμενη» σε «ανεπτυγμένη» αγορά, με την απόφαση να αναμένεται έως τις 31 Μαρτίου. Η υποβάθμιση του 2013, στο απόγειο της κρίσης χρέους, ήταν ιστορικό προηγούμενο: πρώτη φορά ανεπτυγμένη οικονομία περνούσε σε κατηγορία αναδυόμενης. Σε κάποια φάση η χώρα βρέθηκε μάλιστα κοντά στον κίνδυνο να χαρακτηριστεί «standalone», μαζί με αγορές όπως η Τζαμάικα ή η Μποτσουάνα.
Περίπου 18,3 τρισ. δολάρια ακολουθούν τους δείκτες της MSCI, γεγονός που της δίνει δυσανάλογη επιρροή στις παγκόσμιες κατανομές κεφαλαίων. Αν και άλλοι πάροχοι, όπως οι FTSE Russell και S&P, ήδη κατατάσσουν την Ελλάδα στις ανεπτυγμένες αγορές, η «σφραγίδα» της MSCI θεωρείται κρίσιμη για τα μεγάλα θεσμικά χαρτοφυλάκια. Σήμερα η Ελλάδα αντιστοιχεί σε περίπου 0,5% του δείκτη MSCI Emerging Markets, με οκτώ εισηγμένες.
Ευκαιρίες, κίνδυνοι και το δίλημμα «μεγάλη θάλασσα ή μικρή λίμνη»
Για επιχειρήσεις που ήδη προσελκύουν διεθνή κεφάλαια, όπως η Lamda Development με το mega-project του Ελληνικού, μια αναβάθμιση σημαίνει πρόσβαση σε βαθύτερες «δεξαμενές» θεσμικών επενδυτών. Ο επικεφαλής στρατηγικής και επενδυτικών σχέσεων της Lamda, Απόστολος Ζαφολιάς, εκτιμά ότι μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα η εξέλιξη θα είναι θετική, προσφέροντας ένα μεγαλύτερο και ποιοτικότερο σύνολο κεφαλαίων.
Ωστόσο, η μετάβαση δεν είναι χωρίς κόστος. Η έξοδος από την κατηγορία των αναδυόμενων αγορών μπορεί αρχικά να προκαλέσει εκροές από εξειδικευμένα emerging markets funds. Αναλυτές της JPMorgan υπολογίζουν καθαρή αρνητική επίδραση από παθητικά κεφάλαια της τάξης των 300 εκατ. δολαρίων, με τις μικρότερες κεφαλαιοποιήσεις να πλήττονται περισσότερο.
Το δίλημμα αποτυπώνεται γλαφυρά από τον Ιάσωνα Κεπαπτσόγλου, επικεφαλής επενδυτικών σχέσεων της Alpha Bank: η Ελλάδα είναι «πολύ μικρό ψάρι σε έναν τεράστιο ωκεανό». Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες παραμένουν μικρές σε σχέση με ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές – η Eurobank, η μεγαλύτερη, αποτιμάται γύρω στα 12,4 δισ. ευρώ – γεγονός που περιορίζει το βάρος τους στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών.
Σχόλιο
: Η πιθανή αναβάθμιση από την MSCI δεν είναι απλώς επικοινωνιακό «παράσημο», αλλά τεστ ωριμότητας για την ελληνική κεφαλαιαγορά: θα ξεχωρίσουν οι τίτλοι με μέγεθος, διαφάνεια και ρευστότητα, ενώ οι μικρότερες εταιρείες θα βρεθούν υπό πίεση να βελτιώσουν εταιρική διακυβέρνηση και free float αν θέλουν να επιβιώσουν στον ωκεανό των ανεπτυγμένων αγορών.






