Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει τη ρητορική του κατά του Ιράν, στοχοποιώντας ανοιχτά κρίσιμες υποδομές όπως γέφυρες και ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς. Η στρατηγική αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα για παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.
Με μια νέα, ιδιαίτερα επιθετική ανάρτηση στο Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απηύθυνε ευθεία απειλή κατά της πολιτικής υποδομής του Ιράν, στοχοποιώντας γέφυρες και ηλεκτρικά εργοστάσια, σε μια φάση όπου ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με την Τεχεράνη διαρκεί ήδη πέντε εβδομάδες.
«Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας, οι μεγαλύτερες και ισχυρότερες (με διαφορά!) στον κόσμο, δεν έχουν καν ξεκινήσει να καταστρέφουν ό,τι έχει απομείνει στο Ιράν. Γέφυρες μετά, έπειτα ηλεκτρικά εργοστάσια! Η νέα ηγεσία του καθεστώτος ξέρει τι πρέπει να γίνει, και πρέπει να γίνει γρήγορα», έγραψε ο Τραμπ, υιοθετώντας μια ρητορική που στοχεύει ξεκάθαρα σε υποδομές ζωτικής σημασίας για τον άμαχο πληθυσμό.
Στρατιωτική πίεση και όρια στόχων
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το Πεντάγωνο έχει ήδη εξαντλήσει μεγάλο μέρος των στρατηγικής σημασίας στρατιωτικών στόχων στο Ιράν, την ώρα που ο Τραμπ επιμένει πως οι αεροπορικές επιδρομές θα συνεχιστούν για «έως και τρεις εβδομάδες». Νωρίτερα την ίδια ημέρα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δημοσιοποιήσει βίντεο που φέρεται να δείχνει την καταστροφή μεγάλης γέφυρας στο Ιράν από αεροπορικό πλήγμα, συνοδεύοντάς το με το σχόλιο ότι «η μεγαλύτερη γέφυρα στο Ιράν καταρρέει, δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά — πολλά ακόμη θα ακολουθήσουν».
Κατά τη διάρκεια των πέντε εβδομάδων σύρραξης, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει και άλλες κρίσιμες υποδομές, όπως μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και εγκαταστάσεις αφαλάτωσης, επιχειρώντας να ασκήσει μέγιστη πίεση στο ιρανικό καθεστώς. Ωστόσο, τέτοιοι στόχοι θεωρούνται από τις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 ως «απαραίτητοι για την επιβίωση του άμαχου πληθυσμού», γεγονός που καθιστά τη ρητορική –και ενδεχομένως την πράξη– νομικά και ηθικά εξαιρετικά αμφιλεγόμενη.
Ιρανικά αντίμετρα και ενεργειακή κρίση
Παρά τον μαζικό βομβαρδισμό, η Τεχεράνη συνεχίζει να αντιστέκεται στην αμερικανοϊσραηλινή πίεση και αξιοποιεί τη γεωοικονομική της θέση. Το Ιράν χρησιμοποιεί την επιρροή του στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως, για να περιορίσει ουσιαστικά τη ναυσιπλοΐα, ωθώντας προς τα πάνω τις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Παράλληλα, ιρανικά πλήγματα σε πετρελαϊκές και ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Κόλπο έχουν συμβάλει στην κλιμάκωση μιας ήδη ορατής παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης. Η αβεβαιότητα για τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου εντείνει τις πιέσεις στις αγορές, με άμεσες συνέπειες για τις οικονομίες της Ευρώπης και της Ασίας, αλλά και για χώρες όπως η Ελλάδα που εξαρτώνται από τις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Διεθνές δίκαιο και πολιτικό ρίσκο
Η στοχοποίηση πολιτικών υποδομών, όπως γέφυρες και ηλεκτρικά εργοστάσια, μετατοπίζει τη σύγκρουση σε μια ζώνη όπου τα όρια μεταξύ στρατιωτικού και μη στρατιωτικού στόχου θολώνουν. Η επιλογή αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε δραματική αύξηση θυμάτων μεταξύ αμάχων, να πυροδοτήσει περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση στην περιοχή και να απομονώσει διπλωματικά τις ΗΠΑ από συμμάχους που ανησυχούν για τη νομιμότητα και την αναλογικότητα της χρήσης βίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ρητορική Τραμπ δεν είναι απλώς εσωτερική πολιτική επίδειξη ισχύος, αλλά παράγοντας που μπορεί να αναδιαμορφώσει τον διεθνή διάλογο για τους κανόνες του πολέμου, τη νομιμότητα των επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές και το πώς η ενεργειακή ασφάλεια μετατρέπεται σε όπλο σε σύγχρονες συγκρούσεις.
Σχόλιο
: Η δημόσια στοχοποίηση υποδομών ζωτικής σημασίας από τον Λευκό Οίκο αποτελεί επικίνδυνο προηγούμενο: νομιμοποιεί την πλήρη εργαλειοποίηση της ενέργειας και των μεταφορών ως όπλων πολέμου, αυξάνοντας δραματικά τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και βαθιάς, παρατεταμένης αναταραχής στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.






