Ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI συνδέει εμπρηστική δημοσιογραφία με κλιμάκωση της βίας. Απαντά στις κατηγορίες περί εξουσιομανίας και αναξιοπιστίας.
Σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη παρέμβαση, ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, απάντησε δημόσια τόσο σε επίθεση με μολότοφ στο σπίτι του στο Σαν Φρανσίσκο όσο και σε εκτενές, επικριτικό προφίλ του New Yorker που αμφισβητεί την αξιοπιστία και τα κίνητρά του. Με ανάρτηση στο προσωπικό του blog, ο Άλτμαν μίλησε για την «ισχύ των λέξεων και των αφηγήσεων» σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής ανησυχίας γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Από τη μολότοφ στο σπίτι στην κριτική για την προσωπικότητά του
Σύμφωνα με τις αρχές του Σαν Φρανσίσκο, άγνωστος φέρεται να πέταξε μολότοφ στο σπίτι του Άλτμαν τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, χωρίς να υπάρξουν τραυματισμοί. Λίγο αργότερα συνελήφθη ύποπτος στα κεντρικά γραφεία της OpenAI, όπου, κατά την αστυνομία, απειλούσε να βάλει φωτιά στο κτίριο.
Ο Άλτμαν σημειώνει ότι το περιστατικό συνέβη λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση ενός «εμπρηστικού άρθρου» για τον ίδιο, αφήνοντας σαφή υπαινιγμό ότι η οξεία δημοσιογραφική κριτική μπορεί να συνέβαλε στην στοχοποίησή του. Όπως γράφει, αρχικά υποβάθμισε τις προειδοποιήσεις πως ένα τέτοιο κείμενο, «σε μια εποχή μεγάλης ανησυχίας για την ΤΝ», θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο ευάλωτο, όμως πλέον «ξυπνά μέσα στη νύχτα, θυμωμένος», αναθεωρώντας τη στάση του για τη δύναμη της δημόσιας αφήγησης.
Το προφίλ στο New Yorker, υπογεγραμμένο από τον βραβευμένο με Πούλιτζερ Ρόναν Φάροου και τον Άντριου Μαράντζ, βασίζεται σε συνεντεύξεις με περισσότερα από 100 άτομα που γνωρίζουν την επαγγελματική του πορεία. Πολλοί τον περιγράφουν ως άνθρωπο με «αμείωτη βούληση για εξουσία», ενώ ανώνυμο πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδίδει στον Άλτμαν συνδυασμό «έντονης ανάγκης να είναι αρεστός» με «κοινωνιοπαθή αδιαφορία για τις συνέπειες της εξαπάτησης».
Αυτοκριτική, «δαχτυλίδι της εξουσίας» και έλεγχος της AGI
Ο Άλτμαν, χωρίς να διαψεύδει ευθέως τις μαρτυρίες, επιχειρεί μια δόση αυτοκριτικής. Αναγνωρίζει ότι, κοιτώντας πίσω, βλέπει «πολλά πράγματα για τα οποία είναι περήφανος και μια σειρά από λάθη». Ως βασικό προσωπικό του ελάττωμα αναφέρει την «αποστροφή προς τη σύγκρουση», η οποία, όπως υποστηρίζει, προκάλεσε «μεγάλο πόνο» στον ίδιο και στην OpenAI.
Ειδική αναφορά κάνει στο επεισόδιο της απομάκρυνσής του από τη θέση του CEO και της ταχείας επαναφοράς του το 2023, το οποίο χαρακτηρίζει ως «τεράστιο μπάχαλο για την εταιρεία» λόγω κακού χειρισμού της σύγκρουσης με το προηγούμενο διοικητικό συμβούλιο. Δηλώνει «ελαττωματικός άνθρωπος στο κέντρο μιας εξαιρετικά περίπλοκης κατάστασης» και ζητά συγγνώμη «από όσους πλήγωσε», τονίζοντας ότι προσπαθεί «να γίνεται λίγο καλύτερος κάθε χρόνο».
Παράλληλα, σχολιάζει το «σχεδόν σαιξπηρικό δράμα» που επικρατεί μεταξύ των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, αποδίδοντάς το σε μια «δυναμική δαχτυλιδιού της εξουσίας» που «κάνει τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται παράλογα». Χρησιμοποιώντας την αναφορά στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», διευκρινίζει ότι δεν θεωρεί την ίδια την τεχνητή γενική νοημοσύνη (AGI) ως το δαχτυλίδι, αλλά την «ολοκληρωτική φιλοσοφία του να είσαι αυτός που ελέγχει την AGI».
Ως απάντηση, προτείνει μια στρατηγική ευρείας διάχυσης της τεχνολογίας: «να μοιραστεί με τους ανθρώπους σε μεγάλη κλίμακα, ώστε κανείς να μην έχει το δαχτυλίδι», επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί από την εικόνα του μονοπωλιακού ηγεμόνα της ΤΝ.
Ρητορική, ασφάλεια και το μέλλον της τεχνολογικής προόδου
Κλείνοντας, ο Άλτμαν δηλώνει ότι καλωσορίζει την «καλοπροαίρετη κριτική και τον διάλογο», επαναλαμβάνοντας την πεποίθησή του ότι «η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να κάνει το μέλλον απίστευτα καλό» για όλους. Την ίδια στιγμή, καλεί σε «αποκλιμάκωση της ρητορικής και των τακτικών», ζητώντας «λιγότερες εκρήξεις σε λιγότερα σπίτια, μεταφορικά και κυριολεκτικά».
Η αντιπαράθεση γύρω από τον Άλτμαν δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο, αλλά συμπυκνώνει το μεγαλύτερο διακύβευμα της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης: ποιος ελέγχει τα συστήματα που μπορούν να αναδιαμορφώσουν οικονομίες, αγορές εργασίας και γεωπολιτικές ισορροπίες. Η σύγκρουση ανάμεσα στη δημοσιογραφική διερεύνηση, την προσωπική ασφάλεια και την εταιρική ισχύ αναμένεται να ενταθεί όσο η συζήτηση για την AGI μεταφέρεται από τα εργαστήρια στο κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής και ρυθμιστικής ατζέντας.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Άλτμαν δείχνει πόσο λεπτή γίνεται η γραμμή μεταξύ κριτικής λογοδοσίας και στοχοποίησης, όταν η δημόσια συζήτηση για την ΤΝ φορτίζεται με υπαρξιακούς φόβους και δισεκατομμύρια συμφερόντων. Για τις αγορές και τους ρυθμιστές, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ο χαρακτήρας ενός CEO, αλλά αν θα υπάρξουν θεσμοί που να αποτρέπουν οποιονδήποτε από το να αποκτήσει το «δαχτυλίδι της εξουσίας» πάνω στην AGI.






