Σοκαριστικά συμπεράσματα ανεξάρτητης έρευνας στη Βρετανία καταλήγουν ότι η δολοφονική επίθεση σε παιδικό μάθημα χορού θα μπορούσε να έχει αποτραπεί. Βαριές ευθύνες αποδίδονται σε γονείς και κρατικούς φορείς για συστηματικές παραλείψεις.
Η δημοσιοποίηση της έκθεσης για την επίθεση με μαχαίρι σε μάθημα χορού με θεματική Taylor Swift στο Southport της βορειοδυτικής Αγγλίας, όπου δολοφονήθηκαν τρία κορίτσια ηλικίας 9, 7 και 6 ετών και τραυματίστηκαν άλλα οκτώ παιδιά και δύο ενήλικες, αποκαλύπτει ένα πλέγμα αποτυχιών οικογένειας και κρατικών αρχών. Η έρευνα, μήκους 763 σελίδων, καταλήγει ότι το μακελειό ήταν «προλήψιμο» και ότι «η ιστορία θα είχε πάρει διαφορετική τροπή» αν είχαν ληφθεί τα δέοντα μέτρα.
Καταλυτικές ευθύνες γονέων και κρατικών υπηρεσιών
Επικεφαλής της εννεάβδομης έρευνας ήταν ο συνταξιούχος δικαστής Έιντριαν Φούλφορντ, ο οποίος χαρακτήρισε τις δολοφονίες «πρωτοφανείς στο Ηνωμένο Βασίλειο για την ακραία και ιδιόμορφη αγριότητά τους». Ο δράστης, ο έφηβος Άξελ Ρουντακουμπάνα, γεννημένος στο Κάρντιφ από χριστιανική οικογένεια με καταγωγή από τη Ρουάντα, είχε ήδη καταδικαστεί πέρυσι σε ελάχιστη ποινή κάθειρξης 52 ετών.
Η έκθεση επιρρίπτει βαριές ευθύνες στους γονείς του, επισημαίνοντας ότι επέτρεπαν την παράδοση μαχαιριών και άλλων όπλων στο σπίτι, δεν κοινοποίησαν κρίσιμες πληροφορίες στις αρχές τις ημέρες πριν από την επίθεση και δεν άσκησαν ουσιαστικά όρια στη συμπεριφορά του. Η έλλειψη εποπτείας της διαδικτυακής του δραστηριότητας περιγράφεται ως χαμένη ευκαιρία, καθώς εκεί θα είχαν φανεί ξεκάθαρα οι βίαιες εμμονές του.
Ο Φούλφορντ σημειώνει ότι οι γονείς «δημιούργησαν σημαντικά εμπόδια» στην προσπάθεια των δημόσιων υπηρεσιών να εμπλακούν ουσιαστικά με τον έφηβο και καταλήγει με σκληρή διατύπωση: «Αν οι γονείς του είχαν πράξει αυτό που ηθικά όφειλαν, ο AR δεν θα ήταν ελεύθερος να πραγματοποιήσει την επίθεση και αυτή δεν θα είχε συμβεί».
Ανεπάρκεια συστήματος πρόληψης της βίας και πολιτικές προεκτάσεις
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης πολυετείς αστοχίες κρατικών φορέων. Ο δράστης είχε πολλαπλές επαφές με την αστυνομία και τις κοινωνικές υπηρεσίες: σε ηλικία 13 ετών καταδικάστηκε για επίθεση σε συμμαθητή με μπαστούνι χόκεϊ, τέθηκε υπό επιτήρηση υπηρεσίας ανηλίκων παραβατών, παραπέμφθηκε τρεις φορές μεταξύ 2019 και 2021 στο κυβερνητικό πρόγραμμα κατά της ριζοσπαστικοποίησης λόγω ενδιαφέροντος για σχολικές σφαγές και τρομοκρατικές επιθέσεις, ενώ η αστυνομία κλήθηκε πέντε φορές στο σπίτι του για ανησυχίες σχετικά με τη συμπεριφορά του.
Παρά τις ενδείξεις, οι φάκελοι έκλειναν επανειλημμένα, ενώ, αν και του προσφέρθηκε ψυχική και εκπαιδευτική στήριξη, ο ίδιος διέκοψε την επαφή με τους κοινωνικούς λειτουργούς και τελικά αποβλήθηκε από το σχολείο όταν έφερε μαχαίρι. Ο Φούλφορντ κάνει λόγο για «συστημικές αποτυχίες» και μια «απογοητευτική και επείγουσα» αδυναμία σε οργανωτικό και ατομικό επίπεδο να αναληφθεί η ευθύνη διαχείρισης του ρίσκου. Περιγράφει μια «ακατάλληλη ρουλέτα παραπομπών, αξιολογήσεων, κλεισίματος υποθέσεων και διαβιβάσεων» μεταξύ δημοσίων φορέων.
Η επίθεση είχε πυροδοτήσει κύμα βίαιων αντι-μεταναστευτικών ταραχών σε δεκάδες πόλεις της Αγγλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, στηριγμένων σε ψευδείς πληροφορίες ότι ο δράστης ήταν μουσουλμάνος αιτών άσυλο. Η πραγματική του ταυτότητα ανέδειξε τον κίνδυνο της παραπληροφόρησης και της εργαλειοποίησης τέτοιων εγκλημάτων από ακραία στοιχεία.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ χαρακτήρισε την έκθεση «συγκλονιστική και βαθιά ανησυχητική» και δεσμεύτηκε για «θεμελιώδεις αλλαγές» ώστε να αντιμετωπιστούν οι θεσμικές αδυναμίες και να ενισχυθεί η δημόσια ασφάλεια. Το αν αυτές οι εξαγγελίες θα μετατραπούν σε ουσιαστική μεταρρύθμιση των μηχανισμών πρόληψης βίαιης νεανικής παραβατικότητας και διαχείρισης κινδύνου, παραμένει κρίσιμο ερώτημα για την βρετανική κοινωνία.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Southport λειτουργεί ως σκληρός καθρέφτης για τα δυτικά κράτη: η ύπαρξη πολλαπλών μηχανισμών προστασίας δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από κουλτούρα ανάληψης ευθύνης, σταθερή διατομεακή συνεργασία και θαρραλέες παρεμβάσεις στην οικογένεια όταν διαπιστώνεται κίνδυνος. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το βρετανικό παράδειγμα είναι προειδοποίηση ότι η αποσπασματική διαχείριση περιστατικών βίας ανηλίκων, χωρίς ενιαίο πρωτόκολλο και πραγματική παρακολούθηση, μπορεί να έχει ανυπολόγιστο κοινωνικό κόστος.






