Η πτώση της τιμής του ντίζελ κάτω από τα 2 ευρώ προσφέρει πρόσκαιρη ανάσα, αλλά η διεθνής αστάθεια κρατά τα ρίσκα ψηλά. Παράλληλα, η χονδρεμπορική τιμή ρεύματος παραμένει σε ανοδική τροχιά.
Μετά από εβδομάδες συνεχούς ανόδου, από το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η τιμή του πετρελαίου κίνησης στην αντλία υποχώρησε εκ νέου κάτω από το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ το λίτρο. Η εξέλιξη αυτή λειτουργεί ως προσωρινή ανάσα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς ωστόσο να αναιρεί το κλίμα έντονης διεθνούς αβεβαιότητας που συνεχίζει να επηρεάζει την ενεργειακή αγορά.
Ρόλος επιδότησης και διεθνών εξελίξεων
Καθοριστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση των σημερινών τιμών είναι η κρατική επιδότηση των 0,20 ευρώ το λίτρο στην αντλία, η οποία συγκρατεί την τελική τιμή για τον καταναλωτή. Τη Μεγάλη Τετάρτη η μέση πανελλαδική τιμή του ντίζελ κίνησης διαμορφώθηκε στα 2,071 ευρώ το λίτρο, ενώ την αμέσως επόμενη ημέρα καταγράφηκαν πρατήρια με τιμές ακόμη και στα 1,959–1,97 ευρώ το λίτρο, επιβεβαιώνοντας την επαναφορά κάτω από τα 2 ευρώ.
Σημαντική επίδραση φαίνεται να έχουν και οι ανακοινώσεις της περασμένης εβδομάδας για εκεχειρία στη Μέση Ανατολή. Παρότι πρόκειται για εύθραυστη συμφωνία, οι προσδοκίες αποκλιμάκωσης της έντασης μεταφέρονται με υστέρηση περίπου τεσσάρων ημερών στις αντλίες, καθώς οι διεθνείς τιμές πετρελαίου ενσωματώνουν σταδιακά το μειωμένο γεωπολιτικό ρίσκο.
Ευρωπαϊκές παρεμβάσεις και αντίρροπες πιέσεις από το ρεύμα
Η εκτίναξη των τιμών καυσίμων και η γενικότερη ενεργειακή αβεβαιότητα έχουν ήδη οδηγήσει σε παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γερμανία, όπου η κυβέρνηση του καγκελάριου Μερτς ανακοίνωσε μείωση κατά 17% του φόρου στη βενζίνη για διάστημα δύο μηνών, με στόχο την άμεση ανακούφιση των καταναλωτών. Η κίνηση αυτή αναδεικνύει τη δυσκολία συγκράτησης των τιμών σε ένα περιβάλλον διαρκούς αστάθειας και αποτυπώνει την πίεση που δέχονται οι κυβερνήσεις να ενεργοποιήσουν βραχυπρόθεσμα εργαλεία στήριξης.
Την ίδια στιγμή, η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας συνεχίζει να κινείται ανοδικά, δημιουργώντας ένα σύνθετο μίγμα πιέσεων για την πραγματική οικονομία. Ακόμη και αν η αποκλιμάκωση στο πετρέλαιο κίνησης αποδειχθεί πρόσκαιρη, το συνολικό ενεργειακό κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά παραμένει υψηλό, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο για νέες παρεμβάσεις και διατηρώντας το θέμα της ενέργειας στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής.
Σχόλιο
: Η πτώση του ντίζελ κάτω από τα 2 ευρώ δεν συνιστά δομική βελτίωση αλλά συγκυριακό αποτέλεσμα επιδότησης και εύθραυστων γεωπολιτικών ισορροπιών. Χωρίς μόνιμες λύσεις σε επίπεδο ΕΕ για το ενεργειακό κόστος, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να κινείται μεταξύ προσωρινών ανακουφίσεων και επαναλαμβανόμενων ανατιμήσεων, με άμεσο αντίκτυπο στον πληθωρισμό και την ανταγωνιστικότητα.






