Ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών στοχεύει σε νέα άνοδο επιβατικής κίνησης το 2026, παρά τη γεωπολιτική αναταραχή. Παράλληλα «τρέχει» πρόγραμμα επέκτασης 1,3 δισ. ευρώ και ενισχύει τη χρηματοδότησή του.
Σε τροχιά νέας ανόδου της επιβατικής κίνησης, έστω και με πιο ήπιους ρυθμούς, φαίνεται να κινείται ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» για το 2026. Ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΑΑ, Γιώργος Καλλιμασιάς, παρουσίασε στη γενική συνέλευση των μετόχων έναν φιλόδοξο αλλά ρεαλιστικό πήχη, μιλώντας για αύξηση χαμηλού μονοψήφιου ποσοστού σε σχέση με το 2025, παρά τις πιέσεις από τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή.
Ελεγχόμενος αντίκτυπος από τη Μέση Ανατολή και καύσιμα
Η γεωπολιτική κρίση στον Κόλπο έχει ήδη αφήσει αποτύπωμα στα στοιχεία Μαρτίου, με τον ρυθμό αύξησης της κίνησης να επιβραδύνεται στο 3,8% και τους ταξιδιώτες να διαμορφώνονται σε 2,31 εκατ. Ωστόσο, το πρώτο δίμηνο του έτους είχε καταγράψει διψήφια άνοδο, προσφέροντας ένα «μαξιλάρι» δυναμικής.
Ο Γιώργος Καλλιμασιάς εξήγησε ότι η κίνηση από τις χώρες που εμπλέκονται στη σύγκρουση αντιστοιχούσε στο 7,5% της συνολικής επιβατικής κίνησης του 2025. Σήμερα, λίγο περισσότερες από τις μισές πτήσεις από και προς τις συγκεκριμένες αγορές έχουν ακυρωθεί, με τις υπόλοιπες να εκτελούνται κανονικά. «Δεν διαπιστώνουμε πλήρη απώλεια της κίνησης από τη Μέση Ανατολή, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι οι εξελίξεις θα παραμείνουν σε αυτή την κλίμακα», σημείωσε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναθεώρησης εφόσον η κρίση κλιμακωθεί.
Σε ό,τι αφορά την επάρκεια αεροπορικών καυσίμων, ο CEO εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Υπενθύμισε ότι ο ΔΑΑ διαθέτει δικές του εγκαταστάσεις αποθήκευσης και σύστημα διακίνησης καυσίμου έως τα αεροσκάφη, ενώ τόνισε την ύπαρξη στρατηγικών αποθεμάτων τόσο στο αεροδρόμιο όσο και στα μεγάλα ελληνικά διυλιστήρια, τα οποία μετατρέπουν αργό πετρέλαιο σε αεροπορικό καύσιμο. Παρ’ όλα αυτά, προειδοποίησε ότι τυχόν πανευρωπαϊκή έλλειψη θα επηρέαζε αναπόφευκτα και την Ελλάδα, ανεξαρτήτως των εγχώριων αποθεμάτων.
Επέκταση 1,3 δισ. ευρώ και άνοδος μη αεροπορικών εσόδων
Κεντρική θέση στη στρατηγική του ΔΑΑ έχει το πρόγραμμα επέκτασης, συνολικού ύψους 1,3 δισ. ευρώ σε τιμές 2024. Η διοίκηση επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός θα ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά την αξιολόγηση των προσφορών για την επέκταση του κτιρίου του κύριου αεροσταθμού, με τον ανάδοχο να αναμένεται να αναδειχθεί εντός του β’ εξαμήνου του 2026.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενίσχυση των μη αεροπορικών εσόδων. Στο σκέλος του parking, μετά την ολοκλήρωση του νέου πολυώροφου κτιρίου, ο ΔΑΑ προβλέπει για δύο συνεχόμενα έτη αύξηση του εσόδου ανά επιβάτη σε υψηλό μονοψήφιο ποσοστό. Αντίθετα, οι βελτιώσεις στα έσοδα από το terminal θα καθυστερήσουν, καθώς οι νέοι εμπορικοί χώροι και οι σχετικές προσθήκες τοποθετούνται χρονικά προς το τέλος της δεκαετίας. Μετά την ολοκλήρωση όλων των επενδύσεων στον αεροσταθμό, η διοίκηση δίνει ως guidance επίσης δύο συναπτά έτη υψηλού μονοψήφιου ρυθμού αύξησης στο έσοδο ανά επιβάτη.
Χρηματοδότηση, μέρισμα και προοπτική παραχώρησης
Το χρηματοδοτικό σκέλος του προγράμματος επέκτασης έως το 2028 θεωρείται ήδη διασφαλισμένο. Ο ΔΑΑ έχει αντλήσει 806 εκατ. ευρώ μέσω ομολογιακού δανείου από την Alpha Bank, ενώ προβλέπεται προγραμματισμένη αύξηση κεφαλαίου για τις αεροπορικές δραστηριότητες έως 240 εκατ. ευρώ, καθώς και αξιοποίηση του προγράμματος επανεπένδυσης μερίσματος (Scrip Dividend).
Για το μέρισμα ύψους 204,86 εκατ. ευρώ, παρέχεται στους μετόχους δυνατότητα επανεπένδυσης έως 100 εκατ. ευρώ σε νέες κοινές μετοχές, με το πρόγραμμα να εφαρμόζεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το 2026. Ήδη, οι δύο βασικοί μέτοχοι, AviAlliance (50,2%) και Υπερταμείο (25,6%), έχουν εκφράσει θετική πρόθεση συμμετοχής, στοιχείο που ενισχύει την κεφαλαιακή βάση και μειώνει τις μελλοντικές ανάγκες δανεισμού.
Υπενθυμίζεται ότι η σύμβαση παραχώρησης του ΔΑΑ λήγει το 2046, με τον νόμο να προβλέπει προκήρυξη νέου διαγωνισμού έως το 2040. Η τρέχουσα επενδυτική φάση, άρρηκτα δεμένη με την τουριστική δυναμική της χώρας, διαμορφώνει τις βάσεις για την επόμενη ημέρα του στρατηγικού αυτού περιουσιακού στοιχείου.
Σχόλιο
: Ο ΔΑΑ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα της Μέσης Ανατολής και σε μια μακρά, κεφαλαιοβόρα επενδυτική στρατηγική. Το γεγονός ότι στοχοποιεί μεν χαμηλό μονοψήφιο ρυθμό αύξησης της κίνησης, αλλά ταυτόχρονα «ποντάρει» στην εκτίναξη των μη αεροπορικών εσόδων, δείχνει στροφή σε πιο ανθεκτικά, εμπορικά έσοδα ανά επιβάτη. Η ισχυρή συμμετοχή των βασικών μετόχων στο πρόγραμμα επανεπένδυσης μερίσματος λειτουργεί ως ψήφος εμπιστοσύνης, ενώ η έγκαιρη εξασφάλιση χρηματοδότησης μειώνει τον κίνδυνο εκτέλεσης του project. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η γεωπολιτική αστάθεια θα παραμείνει διαχειρίσιμη, ώστε η τουριστική ζήτηση να στηρίξει τις αποδόσεις ενός επενδυτικού πλάνου που εκτείνεται πολύ πέρα από τον τρέχοντα οικονομικό κύκλο.






