Οι Καναδοί Συντηρητικοί κατηγορούν τον πρωθυπουργό Μαρκ Καρνι για καθυστέρηση στην επίτευξη νέας εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τους δασμούς Τραμπ και την επικείμενη επανεξέταση της συμφωνίας USMCA.
Σε μείζον πολιτικό μέτωπο στον Καναδά εξελίσσεται η διαχείριση των εμπορικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι Συντηρητικοί εντείνουν την πίεση προς τον πρωθυπουργό Μαρκ Καρνι για την καθυστέρηση επίτευξης διμερούς συμφωνίας με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Πίεση Πουαλιέβρ ενόψει επανεξέτασης της USMCA
Ο ηγέτης των Συντηρητικών Πιερ Πουαλιέβρ, μιλώντας σε επιχειρηματικό ακροατήριο στο Τορόντο, υποστήριξε ότι «οι δασμοί από τις Ηνωμένες Πολιτείες γίνονται στην πραγματικότητα πολύ χειρότεροι», επικαλούμενος τις πρόσφατες προσαρμογές στους δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο που αποφάσισε ο Τραμπ. Ιδιαίτερα ανήσυχες εμφανίζονται οι επιχειρήσεις στο Γουίντσορ, βιομηχανικό κέντρο της αυτοκινητοβιομηχανίας στα σύνορα με τις ΗΠΑ, όπου εκτιμάται ότι το κόστος των μέτρων θα φθάσει το 1 δισ. δολάρια.
Το χρονοδιάγραμμα εντείνει την πολιτική ένταση. Στο πλαίσιο της τριμερούς συμφωνίας ΗΠΑ–Μεξικού–Καναδά (USMCA), οι τρεις χώρες έχουν προθεσμία έως την 1η Ιουλίου για να αποφασίσουν αν θα την ανανεώσουν ή αν θα εισέλθουν σε ετήσιους κύκλους επανεξέτασης έως τη λήξη της το 2036. Ο Αμερικανός εκπρόσωπος Εμπορίου Τζέιμισον Γκριρ οφείλει να ενημερώσει το Κογκρέσο έως την 1η Ιουνίου για τα σχέδια της κυβέρνησης Τραμπ ως προς την USMCA, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τον διαθέσιμο χρόνο για τον Καναδά.
Εσωτερική πολιτική εξίσωση και στρατηγική Καρνι
Η αντιπαράθεση λαμβάνει χώρα σε μια στιγμή που οι Φιλελεύθεροι του Καρνι ενισχύουν θεαματικά τη θέση τους. Η πρόσφατη σαρωτική νίκη σε τρεις αναπληρωματικές εκλογές μετέτρεψε τη μέχρι πρότινος μειοψηφική κυβέρνηση σε πλειοψηφική, περιορίζοντας τις πιθανότητες των Συντηρητικών να διεκδικήσουν εκλογές πριν από το 2029. Παράλληλα, τέσσερις βουλευτές των Συντηρητικών έχουν αποχωρήσει από την κοινοβουλευτική τους ομάδα για να προσχωρήσουν στους Φιλελεύθερους τους τελευταίους μήνες, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ηγεσία Πουαλιέβρ.
Ο Πουαλιέβρ επιχειρεί να βρει τα «αδύνατα σημεία» του Καρνι, χτυπώντας τον στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης. Κατηγορεί τον πρώην κεντρικό τραπεζίτη ότι σφάλλει σε κρίσιμα ζητήματα, από τη στρατηγική για το «net zero» έως τη γεωοικονομική κατεύθυνση της χώρας. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Καρνι κάνει «οικονομικό λάθος» επιδιώκοντας προσέγγιση με την Κίνα και «μόνιμη ρήξη» με τον κυριότερο εμπορικό εταίρο, τις ΗΠΑ.
Διπλωματικό παζάρι με Ουάσιγκτον και Μεξικό
Στο διπλωματικό επίπεδο, η Οτάβα επιδιώκει να ενσωματώσει τις διμερείς διαπραγματεύσεις για επιμέρους δασμούς εντός της ευρύτερης διαδικασίας αναθεώρησης της USMCA, με στόχο μια «μεγαλύτερη συμφωνία» που θα προσφέρει ανακούφιση σε στρατηγικούς κλάδους της καναδικής οικονομίας. Ο Καναδός υπουργός Εμπορίου Καναδά–ΗΠΑ, Ντόμινικ ΛεΜπλαν, δηλώνει ότι η πρόκληση είναι «να φτάσουμε τους Αμερικανούς σε μια θέση όπου θέλουν μια συμφωνία που θα εξυπηρετεί και τις δύο οικονομίες», αναγνωρίζοντας όμως εμμέσως ότι το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» δυσκολεύει την εξεύρεση συμβιβασμού.
Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στο Μεξικό. Ο Γκριρ μεταβαίνει στη χώρα για να συνεχίσει τις διμερείς συνομιλίες ΗΠΑ–Μεξικού για την USMCA, ενώ οι αντίστοιχες διαπραγματεύσεις με τον Καναδά δεν έχουν ακόμη επίσημα εκκινήσει, παρότι η προθεσμία της 1ης Ιουλίου πλησιάζει επικίνδυνα.
Η καθυστέρηση δημιουργεί κενό το οποίο οι Συντηρητικοί αξιοποιούν επικοινωνιακά, παρουσιάζοντας τον Καρνι ως ηγέτη που δεν εκπληρώνει την περσινή δέσμευσή του – διατυπωμένη στη Σύνοδο G7 στην Αλμπέρτα – για νέα συμφωνία εμπορίου και ασφάλειας με τις ΗΠΑ έως τις 25 Ιουλίου. Ο ίδιος ο Καρνι υπερασπίζεται τη στρατηγική του, υποστηρίζοντας ότι κρατά σκληρή στάση για να εξασφαλίσει την «καλύτερη δυνατή συμφωνία» για τους Καναδούς, όμως προς το παρόν, το πολιτικό κόστος αυτής της αναμονής αυξάνεται.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει πώς η εμπορική πολιτική μετατρέπεται σε κεντρικό εργαλείο εσωτερικής αντιπαράθεσης: οι δασμοί Τραμπ λειτουργούν ως μοχλός πίεσης όχι μόνο στην καναδική οικονομία, αλλά και στην αξιοπιστία του Καρνι, ενώ οι Συντηρητικοί επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν τον φόβο απώλειας θέσεων εργασίας για να ανακτήσουν πολιτικό έδαφος.






