Η Ελίζαμπεθ Γουόρεν προειδοποιεί ότι η συμφωνία WBD–Paramount Skydance δεν έχει κλείσει, παρά την έγκριση των μετόχων. Θέτει στο επίκεντρο τον κίνδυνο υπερσυγκέντρωσης ισχύος στα αμερικανικά media.
Η Αμερικανίδα γερουσιαστής των Δημοκρατικών από τη Μασαχουσέτη, Ελίζαμπεθ Γουόρεν, έστειλε σαφές μήνυμα ότι η σχεδιαζόμενη εξαγορά και συγχώνευση της Warner Bros. Discovery (WBD) με την Paramount Skydance Corporation κάθε άλλο παρά «τετελεσμένο γεγονός» αποτελεί.
Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, η Γουόρεν έκανε λόγο για «αντιμονοπωλιακή καταστροφή» που πρέπει να αποτραπεί, τονίζοντας ότι οι γενικοί εισαγγελείς Πολιτειών σε όλη τη χώρα «κινούνται για να τη σταματήσουν» και καλώντας σε συνέχιση της πολιτικής και νομικής πίεσης.
Πολιτική και ρυθμιστική αντίδραση στις mega–συγχωνεύσεις
Η παρέμβαση έρχεται αμέσως μετά την ψήφο υπέρ της συγχώνευσης από τους μετόχους της WBD, σε μια συμφωνία που αποτιμάται σε περίπου 110 δισ. δολάρια. Παρά τη θετική στάση της αγοράς κεφαλαίου, το πολιτικό και ρυθμιστικό τοπίο στις ΗΠΑ παραμένει ιδιαίτερα επιφυλακτικό απέναντι σε νέες συγκεντρώσεις ισχύος στον κλάδο των μέσων ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας.
Τα τελευταία χρόνια, Δημοκρατικοί προοδευτικοί όπως η Γουόρεν πιέζουν για αυστηρότερη εφαρμογή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, υποστηρίζοντας ότι οι συνεχείς συγχωνεύσεις περιορίζουν τον ανταγωνισμό, συμπιέζουν μισθούς, αυξάνουν τιμές για καταναλωτές και μειώνουν την πολυφωνία. Ο κλάδος των media βρίσκεται στο επίκεντρο, καθώς η μετάβαση στο streaming έχει ήδη οδηγήσει σε συγκέντρωση περιεχομένου σε λίγες μεγάλες πλατφόρμες.
Κίνδυνοι για ανταγωνισμό και πολυφωνία στα media
Μια ενδεχόμενη ένωση των WBD και Paramount Skydance θα δημιουργούσε έναν ακόμη πιο ισχυρό όμιλο με τεράστιο κατάλογο περιεχομένου, ισχυρή παρουσία σε τηλεόραση, κινηματογράφο και streaming, και αυξημένη διαπραγματευτική δύναμη έναντι διαφημιζόμενων, δημιουργών και διανομέων. Αυτό ακριβώς το σενάριο επικαλούνται όσοι ζητούν παρέμβαση των αρχών ανταγωνισμού, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να περιορίσει τις επιλογές του κοινού και να πιέσει περαιτέρω μικρότερους παίκτες.
Η Γουόρεν, που διαχρονικά ασκεί κριτική στις «mega–συμφωνίες», επιχειρεί να διαμορφώσει πολιτικό κλίμα πριν τις τελικές αποφάσεις των ρυθμιστικών αρχών και των πολιτειακών εισαγγελέων. Ακόμη και μετά την έγκριση των μετόχων, η συμφωνία χρειάζεται πράσινο φως από τις αρμόδιες υπηρεσίες ανταγωνισμού, όπου η δημόσια και πολιτική πίεση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Σχόλιο
: Η αντίδραση Γουόρεν δείχνει ότι οι μεγάλες συγχωνεύσεις στα media δεν είναι πλέον απλή τεχνική υπόθεση αγορών, αλλά πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Για επενδυτές και εταιρείες, το ρυθμιστικό ρίσκο στις ΗΠΑ αυξάνεται αισθητά, ειδικά σε κλάδους με υψηλή συγκέντρωση ισχύος.






