Η κυβερνήτης του Μέιν, Τζάνετ Μιλς, άσκησε βέτο σε νομοσχέδιο που προέβλεπε πολυετές μορατόριουμ στην ανάπτυξη νέων data centers. Η απόφαση φωτίζει τη σύγκρουση μεταξύ ενεργειακής/περιβαλλοντικής ανησυχίας και επενδύσεων στην ψηφιακή υποδομή.
Η πολιτεία του Μέιν βρέθηκε στο επίκεντρο της εθνικής συζήτησης για τις ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές, καθώς η Δημοκρατική κυβερνήτης Τζάνετ Μιλς άσκησε βέτο στο νομοσχέδιο L.D. 307, το οποίο προέβλεπε την πρώτη σε επίπεδο πολιτείας, πανεθνικά, αναστολή αδειοδοτήσεων για νέα data centers έως την 1η Νοεμβρίου 2027.
Το περιεχόμενο του νομοσχεδίου και ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας
Το L.D. 307 θα επέβαλε πολυετές μορατόριουμ στην έκδοση νέων αδειών για data centers στο Μέιν, με στόχο να δοθεί χρόνος για αξιολόγηση των επιπτώσεων στην κατανάλωση ενέργειας, στο περιβάλλον και στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Προέβλεπε επίσης τη σύσταση 13μελούς συμβουλίου, επιφορτισμένου να μελετήσει το φαινόμενο και να υποβάλει συστάσεις για τον μελλοντικό σχεδιασμό τέτοιων εγκαταστάσεων.
Σε επιστολή της προς το νομοθετικό σώμα, η Μιλς αναγνώρισε ότι ένα προσωρινό πάγωμα θα μπορούσε να είναι «κατάλληλο, δεδομένων των επιπτώσεων των μαζικών data centers σε άλλες πολιτείες στο περιβάλλον και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας». Ωστόσο, διευκρίνισε ότι θα υπέγραφε το νομοσχέδιο μόνο εφόσον εξαιρούνταν ένα συγκεκριμένο έργο data center στην πόλη Jay, το οποίο, όπως σημείωσε, «απολαμβάνει ισχυρή τοπική στήριξη από την κοινότητα και την ευρύτερη περιοχή».
Ενεργειακό ρίσκο, ψηφιακές επενδύσεις και πολιτικές προεκτάσεις
Η βουλευτής των Δημοκρατικών Μέλανι Σακς, που είχε καταθέσει το νομοσχέδιο, αντέδρασε έντονα, προειδοποιώντας ότι το βέτο της κυβερνήτη «δημιουργεί σημαντικές πιθανές συνέπειες για όλους τους καταναλωτές, το ηλεκτρικό μας δίκτυο, το περιβάλλον και το κοινό ενεργειακό μας μέλλον». Η τοποθέτησή της αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία στις ΗΠΑ για το αποτύπωμα των data centers, ιδίως εκείνων που συνδέονται με υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, στην αιχμή της τρέχουσας τεχνολογικής κούρσας.
Το Μέιν δεν είναι η μόνη πολιτεία που εξετάζει περιορισμούς· και η Νέα Υόρκη επεξεργάζεται παρόμοια τριετή παύση. Το βέτο της Μιλς, η οποία βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο διεκδικώντας έδρα στη Γερουσία των ΗΠΑ, αναδεικνύει το πολιτικό δίλημμα ανάμεσα στην προσέλκυση επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές και στην προστασία της ενεργειακής ασφάλειας και του περιβάλλοντος. Καθώς η δημόσια αντίδραση απέναντι σε μεγάλα έργα AI και cloud κλιμακώνεται, η απόφαση στο Μέιν λειτουργεί ως δοκιμαστικό πεδίο για το πώς οι πολιτείες θα ισορροπήσουν ανάμεσα στην τεχνολογική ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα.
Σχόλιο
: Το βέτο της Μιλς δείχνει ότι η ρύθμιση των data centers δεν θα είναι γραμμική: οι τοπικές κοινωνίες, η ενεργειακή πίεση και οι πολιτικές σκοπιμότητες θα καθορίσουν κατά πόσο η ψηφιακή μετάβαση θα συνοδεύεται από αυστηρά χωροταξικά και περιβαλλοντικά φίλτρα ή θα προχωρήσει με αποσπασματικές εξαιρέσεις όπως αυτή της πόλης Jay.






