Ο όμιλος ΓΕΚ Τέρνα αναβαθμίζει θεαματικά τον ψηφιακό του βραχίονα, μπαίνοντας σε άμυνα και διαστημικές υποδομές μέσω συνεργασίας με την Airbus. Το πρώτο πρόγραμμα στρατιωτικού δορυφόρου και χαρτοφυλάκιο «έξυπνων» έργων άνω των 450 εκατ. ευρώ διαμορφώνουν νέο προφίλ για τον όμιλο.
Σε μια κίνηση που αλλάζει επίπεδο για τον όμιλο και την εγχώρια αγορά υποδομών, η ΓΕΚ Τέρνα αναδεικνύει πλέον έναν ισχυρό, αλλά μέχρι σήμερα σχετικά αθέατο, ψηφιακό και τεχνολογικό βραχίονα. Η υπογραφή μνημονίου συνεργασίας (MoU) με την Airbus σηματοδοτεί την είσοδο της εταιρείας στον χώρο των στρατιωτικών δορυφόρων και των κρίσιμων ψηφιακών υποδομών, συνδέοντας τις παραδοσιακές δραστηριότητες σε έργα, ενέργεια και περιβάλλον με τεχνολογίες αιχμής.
Το στρατιωτικό δορυφορικό πρόγραμμα και το SAFE
Κεντρικός άξονας της νέας στρατηγικής είναι η ανάπτυξη στρατιωτικού δορυφόρου, ο οποίος θα καλύπτει τις αμυντικές τηλεπικοινωνιακές ανάγκες της χώρας. Το πρόγραμμα αυτό εντάσσεται σε έναν τομέα με σαφείς και αυξημένες ανάγκες για την Ελλάδα, καθώς η ασφάλεια επικοινωνιών και η ανθεκτικότητα υποδομών αποκτούν πλέον γεωπολιτική διάσταση.
Η χρηματοδότηση τέτοιων έργων συνδέεται με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Security Action for Europe (SAFE), προϋπολογισμού 150 δισ. ευρώ, το οποίο στοχεύει στην ενίσχυση των κοινών προμηθειών και στην επιτάχυνση της ανάπτυξης ασφαλών και κυρίαρχων διαστημικών υποδομών στην Ευρώπη. Για τη ΓΕΚ Τέρνα, η πρόσβαση σε αυτή τη δεξαμενή πόρων δημιουργεί σημαντικές προοπτικές σε βάθος χρόνου, καθώς η ΕΕ επιδιώκει στρατηγική αυτονομία σε κρίσιμες τεχνολογίες.
Η σύμπραξη με την Airbus χτίζεται πάνω στον συνδυασμό της εμπειρίας του ομίλου σε σύνθετα έργα υποδομών, ενέργειας και περιβάλλοντος με την τεχνογνωσία της Airbus σε αεροναυτικές και διαστημικές εφαρμογές. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι στρατιωτικές δορυφορικές επικοινωνίες και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας κρίσιμων υποδομών, από δίκτυα μεταφορών και ενέργειας έως συστήματα πολιτικής προστασίας.
Ψηφιακό χαρτοφυλάκιο 450 εκατ. και το νέο αποτύπωμα της Airbus
Παράλληλα με το «άλμα» στην άμυνα, ο όμιλος αξιοποιεί ένα ήδη διαμορφωμένο χαρτοφυλάκιο ψηφιακών έργων. Ο ψηφιακός βραχίονας της ΓΕΚ Τέρνα έχει αναπτύξει περίπου δέκα έργα, με συνολικό προϋπολογισμό που υπερβαίνει τα 450 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για εφαρμογές που συνδέονται με το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (IoT) και την «έξυπνη» παρακολούθηση και διαχείριση υποδομών.
Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα «Έξυπνες Γέφυρες» για λογαριασμό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ), όπου αισθητήρες και ψηφιακές πλατφόρμες επιτρέπουν συνεχή έλεγχο της δομικής υγείας γεφυρών, μειώνοντας λειτουργικούς κινδύνους και κόστη συντήρησης. Τέτοιου τύπου έργα μετατρέπουν τις παραδοσιακές κατασκευές σε «ζωντανά» συστήματα, ικανά να παράγουν και να αξιοποιούν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.
Από την πλευρά της Airbus, η κίνηση έχει σαφή στρατηγική στόχευση: η εταιρεία άνοιξε πρόσφατα νέα γραφεία στην Αθήνα, τα οποία θα λειτουργούν ως κόμβος υποστήριξης κρίσιμων αποστολών πολιτικών, παραδημόσιων και στρατιωτικών φορέων σε όλη την ελληνική επικράτεια. Όπως τόνισε ο Thomas Hein, επικεφαλής Ευρώπης της Airbus Helicopters, τα εγκαίνια του γραφείου στην Ελλάδα αποτελούν ορόσημο που εδραιώνει μια συνεργασία δύο δεκαετιών και ανοίγει νέο κεφάλαιο σε επίπεδο υποστήριξης και παρουσίας.
Η σύμπραξη ΓΕΚ Τέρνα – Airbus αναδεικνύει την τάση σύγκλισης μεταξύ υποδομών, ενέργειας, άμυνας και ψηφιακής τεχνολογίας. Για τον όμιλο, η ενίσχυση του «high tech» σκέλους του χαρτοφυλακίου δεν είναι απλώς διαφοροποίηση, αλλά επένδυση σε έναν κλάδο με υψηλά περιθώρια ανάπτυξης και προστιθέμενη αξία για το ελληνικό κράτος και την οικονομία.
Σχόλιο
: Η ΓΕΚ Τέρνα επιχειρεί να μεταβεί από τον ρόλο του «κλασικού» ομίλου υποδομών σε πάροχο ολοκληρωμένων, τεχνολογικά προηγμένων λύσεων, σε μια συγκυρία όπου η ΕΕ ρίχνει τεράστιους πόρους σε άμυνα και ανθεκτικότητα υποδομών. Η συμμαχία με την Airbus, σε συνδυασμό με τα ήδη ώριμα ψηφιακά έργα, μπορεί να εξελιχθεί σε ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, υπό την προϋπόθεση ότι ο όμιλος θα επενδύσει συστηματικά σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και θα αποφύγει τον πειρασμό της απλής «εργολαβικής» προσέγγισης σε έναν κατεξοχήν γνώσης-εντατικό κλάδο.






