Η Viking Therapeutics εξελίχθηκε από προσωπικό στοίχημα ενός αναλυτή της Wall Street σε εισηγμένη βιοτεχνολογική με αποτίμηση 4 δισ. δολαρίων. Στόχος της, να διεκδικήσει μερίδιο από την εκρηκτικά αναπτυσσόμενη αγορά φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας.
Η ιστορία της Viking Therapeutics είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η διορατικότητα στις κεφαλαιαγορές μπορεί να μετατραπεί σε επιχειρηματική υπεραξία. Ο Μπράιαν Λάιαν, επί σχεδόν μία δεκαετία αναλυτής στη Wall Street με επίκεντρο τις βιοτεχνολογικές εταιρείες μεταβολικών ασθενειών, αποφάσισε το 2012 να εγκαταλείψει την καριέρα του μετά από μια κρίσιμη συνάντηση με στελέχη φαρμακοβιομηχανίας. Εκεί πληροφορήθηκε την πρόθεση αδειοδότησης μιας ομάδας υπό ανάπτυξη φαρμάκων για τον διαβήτη – πληροφορία που λειτούργησε ως καταλύτης για να περάσει από την ανάλυση στη δημιουργία.
Από το pitch deck στην κεφαλαιοποίηση 4 δισ. δολαρίων
Παρά την έλλειψη εμπειρίας στην ίδρυση εταιρειών, ο Λάιαν κατάφερε να πείσει τη Ligand Pharmaceuticals να του παραχωρήσει άδεια για πέντε φάρμακα και να επενδύσει 2,5 εκατ. δολάρια στη νεοφυή του εταιρεία. Έτσι γεννήθηκε η Viking Therapeutics, με έδρα το Σαν Ντιέγκο, η οποία σήμερα είναι εισηγμένη και αποτιμάται περίπου στα 4 δισ. δολάρια. Η εταιρεία επικεντρώνεται σε υποψήφια φάρμακα για την παχυσαρκία και άλλες μεταβολικές διαταραχές, όπως η λιπώδης ηπατοπάθεια, με αιχμή του δόρατος ένα φάρμακο κατηγορίας GLP-1 για ρύθμιση βάρους και μεταβολισμού. Η ενέσιμη μορφή του βρίσκεται σε φάση 3 κλινικών δοκιμών, ενώ η μορφή χαπιού σε φάση 2.
Η Viking δρα σε μια αγορά που αναμένεται να αγγίξει τα 100 δισ. δολάρια έως το 2030, με κυρίαρχους παίκτες τη Novo Nordisk (Ozempic, Wegovy) και την Eli Lilly (Zepbound). Περίπου 60 εταιρείες αναπτύσσουν 120 σκευάσματα απώλειας βάρους, ενώ πρόσφατες συμφωνίες, όπως η εξαγορά της Metsera από την Pfizer έναντι 10 δισ. δολαρίων, αναδεικνύουν την ένταση του ανταγωνισμού και την όρεξη για M&A.
Κλινικά αποτελέσματα, ζημίες και προοπτικές εξαγοράς
Η Viking δεν έχει ακόμη φέρει φάρμακο στην αγορά ούτε έσοδα, καταγράφοντας ζημίες 237 εκατ. δολαρίων στο δωδεκάμηνο έως 30 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, τα κλινικά δεδομένα είναι ενθαρρυντικά: η ενέσιμη μορφή του φαρμάκου πέτυχε μείωση βάρους έως 14,7%, ενώ η μορφή χαπιού έως 8,3%. Η από του στόματος εκδοχή θεωρείται κρίσιμη, καθώς διευκολύνει τη συμμόρφωση των ασθενών και μειώνει το κόστος παραγωγής και διανομής.
Η μετοχή της Viking παραμένει εξαιρετικά ευμετάβλητη, με συμμετοχή μεγάλων funds όπως τα Citadel και Two Sigma και πίεση από short sellers. Παρά την πτώση περίπου 17% σε ετήσια βάση, από τον Αύγουστο έχει ενισχυθεί σχεδόν 50% μετά τη δημοσιοποίηση των κλινικών αποτελεσμάτων, παρά τις σημαντικές γαστρεντερικές παρενέργειες (ναυτία, έμετος, διακοπή θεραπείας στο 20% των συμμετεχόντων).
Στρατηγική διπλής μορφής και ανεξάρτητης πορείας
Κεντρικό στρατηγικό πλεονέκτημα της Viking είναι η ταυτόχρονη ανάπτυξη ενέσιμης και από του στόματος μορφής του ίδιου φαρμάκου. Αυτό επιτρέπει ένα μοντέλο όπου οι ασθενείς ξεκινούν με ενέσεις για ταχεία απώλεια βάρους και στη συνέχεια μεταβαίνουν σε χάπια για συντήρηση των αποτελεσμάτων – κρίσιμο σημείο, καθώς η διακοπή της θεραπείας συχνά οδηγεί σε ταχεία επαναπρόσληψη λίπους. Ο Λάιαν εκτιμά ότι η αίτηση έγκρισης για το ενέσιμο φάρμακο μπορεί να κατατεθεί προς τα τέλη του 2027 ή τις αρχές του 2028, με πιθανή είσοδο στην αγορά το 2028–2029 και την εκδοχή χαπιού περίπου ένα έτος αργότερα.
Παρότι η Viking θεωρείται πιθανός στόχος εξαγοράς, ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η αγορά είναι τόσο μεγάλη ώστε ακόμη και μερίδιο 2%–3% θα συνιστούσε «σημαντική επιτυχία», και δηλώνει προσηλωμένος στη δημιουργία μιας βιώσιμης, ανεξάρτητης εταιρείας, σε μια αγορά όπου σήμερα κυριαρχούν οι Novo Nordisk και Eli Lilly, αλλά αναμένεται πολυπληθέστερος ανταγωνισμός.
Σχόλιο
: Η Viking ενσαρκώνει το νέο αφήγημα της βιοτεχνολογίας: έντονη καύση κεφαλαίου, υψηλή μεταβλητότητα, αλλά τεράστιο προαιρετικό upside σε μια αγορά όπου η κλινική διαφοροποίηση –και όχι μόνο η ταχύτητα– θα κρίνει τους τελικούς νικητές.
#VikingTherapeutics #Παχυσαρκία #Βιοτεχνολογία #Φάρμακα #Υγεία #GLP1






