Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι συνδέει τη νέα μαζική επίθεση της Ρωσίας με την επίσημη επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο. Η Ουκρανία γίνεται ξανά το αιματηρό σκηνικό όπου παίζεται η γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ρωσίας–Κίνας.
Η ουκρανική πρωτεύουσα και πολλές πόλεις της χώρας ξύπνησαν ξανά υπό τον ήχο των σειρήνων, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ προσγειωνόταν στο Πεκίνο για μια επίσκεψη υψηλών προσδοκιών. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επέλεξε να δώσει σαφή πολιτική ερμηνεία στο νέο κύμα ρωσικών επιθέσεων, μιλώντας για συνειδητή προσπάθεια της Μόσχας να τραβήξει την παγκόσμια προσοχή μακριά από το αμερικανοκινεζικό τετ-α-τετ.
Η κατηγορία Ζελένσκι και ο συμβολισμός του χρόνου
Ο Ουκρανός πρόεδρος υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για απλή σύμπτωση το ότι «μία από τις μεγαλύτερες μαζικές ρωσικές επιθέσεις» σημειώθηκε ακριβώς όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ έφτανε στην Κίνα, από την οποία «πολλά αναμένονται». Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, κατηγόρησε τη Ρωσία ότι επιχειρεί να «χαλάσει το συνολικό πολιτικό κλίμα» και να επιβάλει την ατζέντα της «σε βάρος ουκρανικών ζωών και υποδομών».
Σε επίπεδο αριθμών, ο Ζελένσκι έκανε λόγο για τουλάχιστον έξι νεκρούς και δεκάδες τραυματίες, ενώ ανέφερε ότι από την αρχή της ημέρας είχαν εκτοξευθεί περίπου 800 μη επανδρωμένα αεροσκάφη, με νέες επιθέσεις να θεωρούνται πιθανές. Ο ίδιος επιχειρεί έτσι να συνδέσει την ανθρώπινη και υλική καταστροφή στο ουκρανικό έδαφος με τη μεγάλη γεωπολιτική σκακιέρα.
Ρωσία, ΗΠΑ, Κίνα: Ποιος γράφει την ατζέντα;
Η χρονική σύμπτωση που αναδεικνύει το Κίεβο φωτίζει μια ευρύτερη πραγματικότητα: ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί ως εργαλείο πίεσης μέσα στο τρίγωνο Μόσχα–Ουάσιγκτον–Πεκίνο. Η Μόσχα δείχνει ότι μπορεί να κλιμακώσει ή να αποσταθεροποιήσει, ακριβώς τη στιγμή που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διαμορφώσουν όρους συνεννόησης ή αντιπαράθεσης με την Κίνα σε παγκόσμια ζητήματα, από το εμπόριο μέχρι την ασφάλεια στον Ινδο-Ειρηνικό.
Από την άλλη πλευρά, το Κίεβο έχει συμφέρον να υπενθυμίζει στους Αμερικανούς και Ευρωπαίους ότι η Ουκρανία παραμένει το βασικό πεδίο δοκιμής της δυτικής αξιοπιστίας απέναντι στη Ρωσία. Η ανάδειξη της επίσκεψης Τραμπ στην Κίνα ως «κρίσιμης» δεν είναι μόνο διπλωματική διαπίστωση, αλλά και έμμεσο μήνυμα: κάθε αναδιάταξη των προτεραιοτήτων της Ουάσιγκτον επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια του ουκρανικού κράτους.
Η στρατηγική της Μόσχας: πίεση μέσω κλιμάκωσης
Η Ρωσία, με συνεχείς επιθέσεις σε ενεργειακές και κρίσιμες υποδομές, επιχειρεί να κρατήσει την Ουκρανία σε κατάσταση διαρκούς φθοράς, αλλά και να στείλει σήμα προς τη Δύση ότι μπορεί να αναβαθμίζει την ένταση όποτε το κρίνει πολιτικά σκόπιμο. Η χρήση μαζικών επιθέσεων με drones μειώνει το κόστος για τη Μόσχα, ενώ αυξάνει το οικονομικό και κοινωνικό κόστος για το Κίεβο, που καλείται να προστατεύσει ακριβό αντιαεροπορικό υλικό απέναντι σε σχετικά φθηνά μέσα επίθεσης.
Η συσχέτιση με την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο εντάσσεται σε μια ευρύτερη ρωσική τακτική: να μετατρέπει κάθε μεγάλη διπλωματική κίνηση των αντιπάλων της σε ευκαιρία επίδειξης ισχύος στο ουκρανικό μέτωπο. Ακόμη κι αν δεν υπάρξουν άμεσες αποφάσεις για την Ουκρανία στις συνομιλίες ΗΠΑ–Κίνας, η Μόσχα επιχειρεί να υπενθυμίσει ότι χωρίς αυτήν, καμία αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρασία δεν είναι ρεαλιστική.
Η Ουκρανία ανάμεσα στις υπερδυνάμεις
Για το Κίεβο, η πρόκληση είναι διπλή. Στο εσωτερικό, πρέπει να διατηρήσει την κοινωνική αντοχή και τη λειτουργία της οικονομίας υπό συνεχή απειλή κατά των υποδομών. Στο εξωτερικό, οφείλει να αποτρέψει τη σταδιακή «κόπωση» των δυτικών κοινωνιών και κυβερνήσεων, καθώς η προσοχή μετακινείται προς άλλα μέτωπα – από την Ταϊβάν μέχρι τη Μέση Ανατολή.
Οι δηλώσεις Ζελένσκι στοχεύουν ακριβώς σε αυτό: να παρουσιάσουν τον πόλεμο όχι ως «περιφερειακή» σύγκρουση, αλλά ως κρίκο σε μια αλυσίδα παγκόσμιας αντιπαράθεσης. Όσο η Ουκρανία εμφανίζεται ως δοκιμαστικός χώρος για τη στάση της Δύσης απέναντι στις αναθεωρητικές δυνάμεις, τόσο δυσκολότερο είναι για τους συμμάχους της να υποβαθμίσουν το ουκρανικό ζήτημα στην ατζέντα τους.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια
Η επαναλαμβανόμενη χρήση της Ουκρανίας ως μοχλού πίεσης σε παγκόσμιες διαπραγματεύσεις έχει βαθύτερες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Ευρώπη παραμένει ενεργειακά και βιομηχανικά εκτεθειμένη σε κάθε νέα κλιμάκωση, τόσο λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας όσο και λόγω της εξάρτησης από τις αλυσίδες εφοδιασμού που επηρεάζονται από τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας.
Η σταθεροποίηση ή μη του ουκρανικού μετώπου θα καθορίσει πότε και με ποιους όρους η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να αναπροσαρμόσει την αμυντική της πολιτική και τις δημοσιονομικές της προτεραιότητες. Όσο η Ρωσία μπορεί να χρησιμοποιεί στοχευμένη βία για να επηρεάζει το κλίμα σε διεθνείς συναντήσεις, τόσο η Ευρώπη αναγκάζεται να επενδύει περισσότερο στην αποτροπή και λιγότερο σε παραγωγικές δημόσιες δαπάνες.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε κλιμάκωση στην Ουκρανία που συνδέεται με ευρύτερες εντάσεις ΗΠΑ–Κίνας διατηρεί υψηλή την αβεβαιότητα σε ενέργεια, ναυτιλία και τουρισμό. Η παρατεταμένη αστάθεια ωθεί την Ευρώπη σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες και πιθανή πίεση για δημοσιονομική πειθαρχία, περιορίζοντας τον χώρο για αναπτυξιακές πολιτικές. Η Ελλάδα, ως χώρα πρώτης γραμμής στην Ανατολική Μεσόγειο και βασικός ναυτιλιακός κόμβος, οφείλει να αξιοποιήσει την ενίσχυση της γεωπολιτικής της αξίας για να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε υποδομές και πράσινη ενέργεια, πριν η συγκυριακή προσοχή της διεθνούς κοινότητας μετατοπιστεί σε άλλα μέτωπα.






