Η φημολογούμενη κίνηση του Άντι Μπέρνχαμ προς το Γουεστμίνστερ ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τη σταθερότητα της ηγεσίας Στάρμερ. Πίσω από τη διαδικαστική μάχη κρύβεται η στρατηγική μάχη για την ταυτότητα των Εργατικών την επόμενη δεκαετία.
Η φημολογία ότι ο δήμαρχος του Μάντσεστερ, Άντι Μπέρνχαμ, προετοιμάζει επιστροφή στη Βουλή των Κοινοτήτων με στόχο να έχει δικαίωμα υποψηφιότητας για την ηγεσία των Εργατικών, φέρνει την εσωκομματική πολιτική στο προσκήνιο πολύ νωρίτερα από όσο θα επιθυμούσε ο σερ Κιρ Στάρμερ. Η υπόθεση δεν αφορά μόνο προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά τον μελλοντικό προσανατολισμό του μεγαλύτερου κόμματος της βρετανικής κεντροαριστεράς.
Η διαδρομή Μπέρνχαμ και το σχέδιο της επανόδου
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Μπέρνχαμ και οι συνεργάτες του επεξεργάζονται σχέδιο προκήρυξης αναπληρωματικής εκλογής τον Ιούνιο, με στόχο να επιστρέψει στη Βουλή ως βουλευτής, πιθανότατα στην περιφέρεια Γκόρτον και Ντέντον. Ως δήμαρχος του Μητροπολιτικού Μάντσεστερ, έχει αποκτήσει προφίλ αυτόνομου κεντροαριστερού ηγέτη, με έμφαση στις δημόσιες συγκοινωνίες, την κοινωνική στέγαση και την αποκέντρωση εξουσιών.
Η επιστροφή του στο Γουεστμίνστερ θα του άνοιγε θεσμικά τον δρόμο να διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών, εφόσον προκύψει κενό ή αμφισβήτηση. Η κίνησή του διαβάζεται ως προνοητική τοποθέτηση για την «επόμενη μέρα» της ηγεσίας Στάρμερ, ακόμα κι αν ο ίδιος αποφεύγει τις ανοιχτές συγκρούσεις.
Η σύγκρουση με την ηγεσία και το προηγούμενο μπλοκάρισμα
Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, η ηγεσία των Εργατικών είχε μπλοκάρει την υποψηφιότητα Μπέρνχαμ για την ίδια εκλογική περιφέρεια, επικαλούμενη ότι δεν μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο ο έλεγχος του Μητροπολιτικού Μάντσεστερ από το κόμμα. Η επίσημη αιτιολόγηση ήταν θεσμική, αλλά μεγάλο μέρος του βρετανικού Τύπου ερμήνευσε την κίνηση ως προσπάθεια προληπτικής θωράκισης του Στάρμερ από έναν πιθανό μελλοντικό εσωκομματικό αντίπαλο.
Το επεισόδιο αυτό ανέδειξε το δίλημμα των Εργατικών ανάμεσα στην αυστηρή κομματική πειθαρχία και στην ανάγκη ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού με στελέχη που έχουν κατακτήσει ισχυρή τοπική νομιμοποίηση. Ο Μπέρνχαμ, ως «δημοφιλής δήμαρχος» με εθνική αναγνωρισιμότητα, ενσαρκώνει αυτό το δίλημμα.
Πιθανοί διεκδικητές και η εσωτερική γεωγραφία των Εργατικών
Οι πληροφορίες ότι και ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ θα μπορούσε να αμφισβητήσει τον Στάρμερ ενισχύουν την εικόνα μιας ηγεσίας που βρίσκεται υπό διακριτική αλλά υπαρκτή πίεση. Ο Στρίτινγκ εκπροσωπεί τη νεότερη, πιο φιλελεύθερη πτέρυγα των Εργατικών, με έμφαση στις μεταρρυθμίσεις του Εθνικού Συστήματος Υγείας και στη δημοσιονομική πειθαρχία.
Ο Μπέρνχαμ, αντίθετα, τοποθετείται πιο κοντά σε μια «παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική» γραμμή, με έμφαση στις δημόσιες υπηρεσίες και στις περιφερειακές ανισότητες. Μια μελλοντική αναμέτρηση μεταξύ τους θα συμπύκνωνε δύο διαφορετικά αφηγήματα για το τι σημαίνει σύγχρονη βρετανική κεντροαριστερά: περισσότερο τεχνοκρατική και δημοσιονομικά αυστηρή ή περισσότερο κοινωνικά προσανατολισμένη και περιφερειακά ευαίσθητη.
Τι διακυβεύεται για τον Στάρμερ
Η τωρινή ηγεσία των Εργατικών έχει επενδύσει στην εικόνα της «ήρεμης κανονικότητας» μετά τις ταραχώδεις περιόδους Κόρμπιν και Τζόνσον. Η παραμικρή ένδειξη εσωτερικής αμφισβήτησης μπορεί να υπονομεύσει το βασικό επιχείρημα του Στάρμερ: ότι προσφέρει σταθερότητα, προβλεψιμότητα και κυβερνησιμότητα.
Από θεσμική σκοπιά, η προσπάθεια ελέγχου των υποψηφιοτήτων από την κεντρική ηγεσία περιορίζει το περιθώριο για αυθόρμητη ανανέωση, αλλά ταυτόχρονα μειώνει τον κίνδυνο εσωτερικών εκτροχιασμών. Το αν αυτή η ισορροπία μπορεί να διατηρηθεί, ενώ εν δυνάμει διεκδικητές όπως ο Μπέρνχαμ και ο Στρίτινγκ κινούνται στο παρασκήνιο, θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό τη μακροημέρευση της ηγεσίας Στάρμερ.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη βρετανική κεντροαριστερά
Σε βάθος δεκαετίας, η συζήτηση για το ποιος θα ηγηθεί των Εργατικών αφορά και το ποιο κοινωνικό μπλοκ θα εκπροσωπεί το κόμμα: τα μεσαία στρώματα των μητροπολιτικών περιοχών ή τα παραδοσιακά εργατικά προπύργια της βόρειας Αγγλίας. Ο Μπέρνχαμ, με τη βάση του στο Μάντσεστερ, επιχειρεί να εκφράσει το δεύτερο, ενώ η σημερινή ηγεσία έχει στραφεί έντονα προς το πρώτο.
Η τελική διαμόρφωση αυτής της ισορροπίας θα επηρεάσει όχι μόνο τη βρετανική οικονομική πολιτική –από τη φορολογία μέχρι τις δημόσιες επενδύσεις– αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η χώρα τοποθετείται στο ευρωπαϊκό οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον μετά το Brexit.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, μια ενδεχόμενη μετατόπιση των Εργατικών προς μια πιο «βόρεια», περιφερειακά προσανατολισμένη ατζέντα, όπως αυτή που εκφράζει ο Μπέρνχαμ, θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να ενισχύσει τη βρετανική ζήτηση για δημόσιες επενδύσεις, υποδομές και πράσινη μετάβαση, τομείς όπου ελληνικές επιχειρήσεις ήδη διεκδικούν ρόλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, η σταθερότητα ή μη της ηγεσίας Στάρμερ θα καθορίσει τον βαθμό προβλεψιμότητας στις διμερείς οικονομικές σχέσεις Λονδίνου–Αθήνας, από τον τουρισμό και την εκπαίδευση μέχρι τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τις επενδύσεις ελληνικών ομίλων στη βρετανική αγορά.






