Η λαϊκιστική δεξιά επανέρχεται δυναμικά στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, την ώρα που η Γαλλία βαδίζει σε ναρκοπέδιο δημοσιονομικού κινδύνου. Από τη Μαρίν Λεπέν και την προεδρική κούρσα στο Παρίσι έως τον Νάιτζελ Φάρατζ στο Λονδίνο, η πολιτική αστάθεια συναντά εύθραυστες οικονομίες και ανήσυχες αγορές.
Η λαϊκιστική δεξιά επανέρχεται δυναμικά στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, την ώρα που η Γαλλία βαδίζει σε ναρκοπέδιο δημοσιονομικού κινδύνου. Η σύμπτωση πολιτικής πόλωσης, κοινωνικής κόπωσης και εκρηκτικής δυναμικής του γαλλικού χρέους δημιουργεί ένα μείγμα που ανησυχεί τόσο τις αγορές όσο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Πώς θωρακίζεται η λαϊκιστική δεξιά στη Γαλλία;
Η εφετειακή απόφαση που μείωσε τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων της Μαρίν Λεπέν από πέντε χρόνια σε 15 μήνες ουσιαστικά της άνοιξε τον δρόμο για την προεδρική κάλπη του Απριλίου. Η επικύρωση της καταδίκης για κατάχρηση κοινοτικών δαπανών συνυπάρχει έτσι με τη δυνατότητα εκλογικής διεκδίκησης, σε μια κλασική «σολομώντεια» ισορροπία της γαλλικής δικαιοσύνης.
Στο πολιτικό επίπεδο, η Λεπέν δεν είναι μόνη: δίπλα της προβάλλει ο Ζορντάν Μπαρντελά, ως προστατευόμενος, εφεδρικός υποψήφιος για την προεδρία σε περίπτωση νομικού κωλύματος και πλέον σχεδόν βέβαιος υποψήφιος πρωθυπουργός, αν το Εθνικό Συναγερμό κατακτήσει το Ελιζέ. Το δίπολο αυτό προσφέρει στο κόμμα συνέχεια και σενάριο διακυβέρνησης, κάτι που λείπει ακόμη από τον κεντρώο χώρο, ο οποίος δεν έχει ξεκαθαρίσει ποιος θα διεκδικήσει τη διαδοχή του Εμανουέλ Μακρόν.
Εξωτερικές παρεμβάσεις και εγχώρια νεύρα
Στο ήδη τεταμένο κλίμα ήρθε να προστεθεί η δημόσια στήριξη του Ίλον Μασκ, ο οποίος χαρακτήρισε τη Λεπέν «τελευταία ελπίδα της Γαλλίας», αναδεικνύοντας δημοσκοπήσεις όπου εμφανίζεται ενισχυμένη. Η κίνηση προκάλεσε πολιτική θύελλα, με τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών Ζαν Νοέλ Μπαρό να απαντά σκωπτικά και τον πρώην επίτροπο Τιερί Μπρετόν να θέτει θέμα διαφάνειας στον τρόπο λειτουργίας της πλατφόρμας του Μασκ κατά την προεκλογική περίοδο.
Η αντίδραση δεν περιορίστηκε στην κυβέρνηση: ο βουλευτής της Ανυπότακτης Γαλλίας Αντουάν Λομάν μίλησε για «ξένη παρέμβαση» και ζήτησε από την Arcom να εξετάσει την υπόθεση. Ενδιαφέρον έχει ότι το ίδιο το Εθνικό Συναγερμό κράτησε αποστάσεις, υπογραμμίζοντας πως δεν ζήτησε τη στήριξη και ότι η μόνη κρίσιμη γνώμη είναι αυτή των Γάλλων ψηφοφόρων, επιχειρώντας να αποφύγει την εικόνα εξάρτησης από εξωευρωπαϊκό επιχειρηματία.
Γαλλικό χρέος: η σιωπηλή βόμβα πίσω από την κάλπη
Πίσω από το εκλογικό θέαμα, η Γαλλία αντιμετωπίζει μια δομική πρόκληση: το δημόσιο χρέος της ακολουθεί πορεία που χαρακτηρίζεται μη βιώσιμη, με τις αποδόσεις των 30ετών ομολόγων να έχουν φθάσει στο 4,8%, υψηλό από την κρίση του 2008. Η εθνική Ύπατη Αρμοστεία Στρατηγικής και Σχεδιασμού προειδοποιεί πως, χωρίς πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή, η χώρα μπορεί να χάσει τον έλεγχο ελλείμματος και χρέους μέσα στα επόμενα 25 χρόνια.
Στο βασικό σενάριο, με σταθερές πολιτικές, παραγωγικότητα και επιτόκια, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους διπλασιάζεται έως το 2050, από 2,2% σε 5,2% του ΑΕΠ, το έλλειμμα εκτινάσσεται στο 8,3% και το χρέος στο 186% του ΑΕΠ. Ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο, με ώθηση στην παραγωγικότητα –μεταξύ άλλων από την τεχνητή νοημοσύνη–, χαμηλότερα επιτόκια και πτώση της διαρθρωτικής ανεργίας στο 5%, το χρέος φθάνει το 146% του ΑΕΠ εάν δεν αλλάξει η πολιτική. Στο απαισιόδοξο σενάριο, με επιβράδυνση ανάπτυξης, επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής, υψηλότερα επιτόκια και ανεργία 10%, το χρέος εκτοξεύεται στο 245% του ΑΕΠ.
Λαϊκιστική δεξιά, αγορές και ο πειρασμός της σύγκρουσης
Οι τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ των σεναρίων δείχνουν πόσο γρήγορα μπορεί να εκτροχιαστεί η κατάσταση, αλλά και ότι οι μελλοντικές κυβερνήσεις δεν μπορούν να συνεχίσουν με τη λογική του παρελθόντος. Σε αυτό το πλαίσιο, η προοπτική μιας προεδρίας Λεπέν με πρωθυπουργό τον Μπαρντελά εγείρει το ερώτημα πώς θα σταθμίσουν το πολιτικό κόστος της λιτότητας έναντι του κινδύνου σύγκρουσης με τις αγορές.
Το σενάριο μιας μερικής αναδιάρθρωσης χρέους, που θα μετέφερε μεγαλύτερο βάρος στους επενδυτές αντί στους φορολογούμενους, εμφανίζεται ως πιθανός «πειρασμός» για μια κυβέρνηση που θα στηριχθεί σε λαϊκή δυσαρέσκεια. Μια τέτοια επιλογή, όμως, θα δοκίμαζε τις αντοχές της ευρωζώνης, θα αναζωπύρωνε συζητήσεις για δημοσιονομική πειθαρχία και θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το κλίμα στις αγορές κρατικού χρέους της Ευρώπης.
Ο Νάιτζελ Φάρατζ και η βρετανική εκδοχή του λαϊκισμού
Στην άλλη πλευρά της Μάγχης, η λαϊκιστική δεξιά εκφράζεται από τον Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος επιδιώκει να παραμείνει στο επίκεντρο προκαλώντας επαναληπτική εκλογή στην περιφέρειά του. Η αιφνίδια παραίτησή του από την έδρα στο Κλάκτον ήρθε ενώ ερευνάται για ενδεχόμενη παράβαση των κανόνων της Βουλής, λόγω μη δήλωσης δώρου αξίας 5 εκατ. λιρών.
Με την κίνηση αυτή προλαβαίνει πιθανή αναστολή καθηκόντων και μεταφέρει τη μάχη στην κάλπη, επικαλούμενος τη «λαϊκή εντολή». Ωστόσο, η εικόνα του «υπερασπιστή του απλού ανθρώπου» τραυματίζεται από την υπόθεση προνομιακής μεταχείρισης, την ώρα που οι αντίπαλοί του επιχειρούν να τον απαξιώσουν αποφεύγοντας να κατεβάσουν σοβαρούς υποψηφίους απέναντί του.
Γελοιοποίηση, μποϊκοτάζ και τα όρια της περιθωριοποίησης
Ενδεικτικό του κλίματος είναι ότι ο μοναδικός ουσιαστικός αντίπαλος του Φάρατζ στην περιφέρεια είναι ο σατιρικός «Κόμης Τενεκεδόφατσας», δημιούργημα του κωμικού Τζόναθαν Χάρβεϊ. Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ κάλεσε τους ψηφοφόρους να «ρίξουν την ψήφο τους στον κάδο απορριμμάτων», ενώ ο ηγέτης των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, Εντ Ντέιβι, δήλωσε ότι δεν μπορεί να στηρίξει «φαντασιόπληκτους χαρακτήρες με γελοία προγράμματα» και γι’ αυτό στηρίζει τον σατιρικό υποψήφιο.
Παρά τη γελοιοποίηση, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν ο Φάρατζ μπορεί πράγματι να περιθωριοποιηθεί, δεδομένου ότι η άνοδός του στηρίχθηκε σε βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια και κόπωση από την παραδοσιακή πολιτική. Σε μια Βρετανία που παλεύει με στρατηγικό αδιέξοδο μετά το Brexit, η προσωπική του φθορά δεν αρκεί για να εξαφανίσει το υπόστρωμα που τροφοδοτεί τη ριζοσπαστική ψήφο.
SBC Red Line
Πίσω από την εκλογική πόλωση, η πραγματική «κόκκινη γραμμή» για την Ευρώπη είναι ο συνδυασμός δημοσιονομικού εκτροχιασμού και ανόδου της λαϊκιστικής δεξιάς. Όταν οι κυβερνήσεις εκλέγονται υποσχόμενες να συγκρουστούν με τις αγορές, η διαχείριση χρέους μετατρέπεται σε πολιτική βόμβα.
Για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη μεταβλητότητα σε επιτόκια, φόρους και ρυθμιστικό περιβάλλον, ειδικά σε χώρες όπως η Γαλλία με ήδη υψηλές αποδόσεις ομολόγων. Οι επενδυτικές αποφάσεις δεν μπορούν πλέον να αγνοούν τον πολιτικό κίνδυνο, ούτε να θεωρούν δεδομένη τη συνέχεια πολιτικών, ακόμη και σε ώριμες δημοκρατίες.
Η μεγάλη εικόνα είναι μια Ευρώπη όπου η οικονομική κόπωση και η κοινωνική ανισότητα τροφοδοτούν κύματα λαϊκισμού, από το Παρίσι έως το Λονδίνο. Το επόμενο στοίχημα είναι αν τα παραδοσιακά κόμματα θα μπορέσουν να απαντήσουν με πειστική στρατηγική ανάπτυξης και χρέους, πριν οι αγορές επιβάλουν τους δικούς τους όρους.
#λαϊκιστικήδεξιά #ΜαρίνΛεπέν #γαλλικόχρέος #δημόσιοέλλειμμα #ΖορντάνΜπαρντελά #ΊλονΜασκ #ΝάιτζελΦάρατζ #βρετανικήπολιτική #ευρωπαϊκήοικονομία #δημοσκοπήσεις #ομόλογαΓαλλίας #πολιτικήαστάθεια #εκλογέςΓαλλίας #εκλογέςΒρετανίας #κοινωνικήδυσαρέσκεια






