Η Τεχεράνη διαψεύδει ότι υπάρχουν ώριμες συμφωνίες με τις ΗΠΑ, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις στρέφονται στην παύση των εχθροπραξιών. Πίσω από τη δημόσια διάψευση, όμως, διαμορφώνεται ένα σύνθετο παζλ ασφαλείας, ενέργειας και πυρηνικού ελέγχου.
Η ιρανική διπλωματία επιχείρησε να χαμηλώσει τον τόνο των προσδοκιών γύρω από τις επαφές με τις Ηνωμένες Πολιτείες, απορρίπτοντας ως πρόωρες και μη επιβεβαιωμένες τις πληροφορίες για ουσιαστική πρόοδο σε μια συνολική συμφωνία. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ, ξεκαθάρισε ότι όσα κυκλοφορούν στα μέσα ενημέρωσης για το περιεχόμενο και το εύρος των συνομιλιών δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν.
Τι συζητείται πραγματικά μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον
Σύμφωνα με την επίσημη ιρανική γραμμή, το επίκεντρο των επαφών δεν είναι αυτή τη στιγμή το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά η παύση των εχθροπραξιών «σε όλα τα μέτωπα», με ρητή αναφορά στον Λίβανο. Αυτό αποτυπώνει την προτεραιότητα που δίνει η Τεχεράνη στη σταθεροποίηση του περιφερειακού περιβάλλοντος, όπου εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα οι δυνάμεις που στηρίζει, από τη Χεζμπολάχ μέχρι άλλες παραστρατιωτικές οργανώσεις.
Την ίδια στιγμή, διαρροές που αποδίδονται σε ανώτατη ιρανική πηγή αναγνωρίζουν ότι, παρά τη μείωση των διαφορών, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία με τις ΗΠΑ. Οι κρίσιμες εκκρεμότητες περιλαμβάνουν τα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου και τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, δύο ζητήματα που συνδέονται άμεσα με την πυρηνική αρχιτεκτονική ασφάλειας και τη ροή του παγκόσμιου πετρελαίου.
Πυρηνικό πρόγραμμα και Στενά του Ορμούζ: ο σκληρός πυρήνας της διαπραγμάτευσης
Η επιμονή του Ιράν να διαχωρίσει δημοσίως τις τρέχουσες συνομιλίες από το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει διπλή στόχευση. Από τη μία, στέλνει μήνυμα στο εσωτερικό ακροατήριο ότι δεν υποχωρεί σε θεμελιώδη ζητήματα κυριαρχίας. Από την άλλη, διατηρεί διαπραγματευτικό περιθώριο έναντι της Ουάσινγκτον και των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, οι οποίες επιδιώκουν αυστηρότερους περιορισμούς στον εμπλουτισμό και αυξημένη διαφάνεια.
Ο έλεγχος στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί στρατηγικό χαρτί για την Τεχεράνη. Από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διέρχεται σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου, με τις αγορές να τιμολογούν διαχρονικά τον κίνδυνο διαταραχής. Κάθε αναφορά σε «εκκρεμότητα» γύρω από αυτό το ζήτημα υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια των ναυτιλιακών διαδρόμων στον Περσικό Κόλπο παραμένει μοχλός πίεσης, αλλά και πιθανή πηγή αστάθειας για τις τιμές ενέργειας.
Διπλωματική διαχείριση προσδοκιών και μηνύματα προς τρίτους
Η δημόσια απόρριψη των «σεναρίων» για συνομιλίες με τις ΗΠΑ εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διαχείρισης προσδοκιών. Η Τεχεράνη επιδιώκει να αποφύγει την εικόνα ότι βρίσκεται υπό πίεση να αποδεχθεί μια συμφωνία, ιδίως όσο οι κυρώσεις παραμένουν σε ισχύ και η περιφερειακή αστάθεια συνεχίζεται. Παράλληλα, στέλνει σήμα σε συμμάχους και αντιπάλους ότι δεν πρόκειται να απομονώσει το πυρηνικό της πρόγραμμα από το ευρύτερο πακέτο ασφαλείας και οικονομικών ανταλλαγμάτων.
Για την Ουάσινγκτον, αλλά και για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το μήνυμα είναι ότι οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδος θα απαιτήσει συνδυασμό ρυθμίσεων: από την πυρηνική επιτήρηση και τους περιφερειακούς κανόνες εμπλοκής, μέχρι τη ναυσιπλοΐα στα στρατηγικά σημεία της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός ότι οι διαφορές «έχουν μειωθεί», αλλά παραμένουν, υποδηλώνει μια φάση διαπραγμάτευσης όπου το πολιτικό κόστος για κάθε πλευρά ζυγίζεται πολύ προσεκτικά.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για ενέργεια, ασφάλεια και αγορές
Από οικονομική σκοπιά, η έκβαση αυτής της διαπραγμάτευσης θα επηρεάσει τη δομή κινδύνου στις αγορές ενέργειας και ναυτιλίας. Μια σταθερή συμφωνία που θα μειώνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης στον Λίβανο και θα θωρακίζει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε, σε βάθος χρόνου, να περιορίσει τα γεωπολιτικά ασφάλιστρα στις τιμές πετρελαίου και ασφαλίστρων μεταφοράς.
Αντιθέτως, ένα παρατεταμένο καθεστώς «διαρκούς διαπραγμάτευσης» χωρίς σαφές αποτέλεσμα συντηρεί την αβεβαιότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι διεθνείς επενδυτές θα συνεχίσουν να ενσωματώνουν ένα premium γεωπολιτικού κινδύνου στις αποτιμήσεις ενεργειακών εταιρειών, στις ναυτιλιακές διαδρομές και στα κρατικά ομόλογα χωρών που εξαρτώνται έντονα από εισαγωγές ενέργειας ή από τα έσοδα των εξαγωγών υδρογονανθράκων.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η συζήτηση Ιράν–ΗΠΑ δεν είναι αφηρημένη γεωπολιτική, αλλά παράγοντας κόστους και κινδύνου. Η ελληνική ναυτιλία έχει σημαντική παρουσία στη μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, ενώ η εγχώρια αγορά ενέργειας παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικά σοκ τιμών. Μια συμφωνία που θα σταθεροποιεί τα Στενά του Ορμούζ και θα μειώνει τον κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης μπορεί να στηρίξει χαμηλότερη μεταβλητότητα στο ενεργειακό κόστος, να διευκολύνει τον προγραμματισμό των επιχειρήσεων και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας ως ναυτιλιακού και ενεργειακού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, ένα σενάριο παρατεταμένης έντασης θα πιέσει τα περιθώρια κερδοφορίας σε βιομηχανία και μεταφορές, θα διατηρήσει τις τιμές ενέργειας σε υψηλότερα επίπεδα και θα αυξήσει τη σημασία της επιτάχυνσης των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές και υποδομές διαφοροποίησης προμηθειών.






