Στοχευμένες επιδοτήσεις ενέργειας: τι ζητά η ευρωπαϊκή βιομηχανία

Η κούρσα κρατικών επιδοτήσεων αναδιαμορφώνει τον βιομηχανικό ανταγωνισμό, με την ευρωπαϊκή πολιτική για την ενέργεια να βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η τοποθέτηση Μυτιληναίου αναδεικνύει πώς η στοχευμένη στήριξη μετατρέπεται σε όρο επιβίωσης για την ενεργοβόρο βιομηχανία.

Η διεθνής κούρσα κρατικών επιδοτήσεων, από τις ΗΠΑ έως την Κίνα, πιέζει την Ευρώπη να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο στηρίζει τη βιομηχανική της βάση. Στο επίκεντρο βρίσκεται το ενεργειακό κόστος, το οποίο έχει μετατραπεί σε κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας για κάθε ενεργοβόρο κλάδο εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο επικεφαλής της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, μιλώντας στους Financial Times, χαρακτήρισε τη «στοχευμένη στήριξη» προς τη βιομηχανία ως «θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση». Η θέση αυτή συμπυκνώνει το αίτημα μεγάλου μέρους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας: όχι γενικευμένες επιδοτήσεις, αλλά συγκεκριμένα εργαλεία για να απορροφηθούν οι πιέσεις από το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων.

Η νέα γεωοικονομική πραγματικότητα για την Ευρώπη

Η συζήτηση για τις κρατικές ενισχύσεις στην Ευρώπη δεν εξελίσσεται σε κενό. Οι ΗΠΑ έχουν ενεργοποιήσει μεγάλα προγράμματα στήριξης της πράσινης βιομηχανίας, ενώ η Κίνα λειτουργεί εδώ και χρόνια με ένα βαθιά παρεμβατικό μοντέλο, συνδυάζοντας χαμηλό ενεργειακό κόστος, γενναίες επιδοτήσεις και προστατευμένες εσωτερικές αγορές.

Απέναντι σε αυτό το περιβάλλον, πολιτικές ηγεσίες σε Παρίσι, Βερολίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ζητούν πιο ευέλικτο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων. Το επιχείρημα είναι ότι, χωρίς προσαρμογή, η ΕΕ κινδυνεύει να δει κρίσιμους βιομηχανικούς κλάδους να μετακινούνται εκτός Ευρώπης, ακολουθώντας τα κίνητρα χαμηλότερου κόστους και ισχυρότερων επιδοτήσεων.

Ο Μάριο Ντράγκι έχει ήδη θέσει τον πήχη ψηλά, μιλώντας για επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, με σημαντική συμμετοχή του δημόσιου τομέα. Ο στόχος είναι διπλός: αφενός η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης απέναντι σε κινεζικούς ομίλους που λειτουργούν με βαριά κρατική στήριξη, αφετέρου η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης με ευρωπαϊκό έλεγχο των κρίσιμων αλυσίδων αξίας.

Ο κίνδυνος μετατόπισης προς ένα «κινεζικού τύπου» παρεμβατισμό

Η πίεση για περισσότερες επιδοτήσεις, ωστόσο, συνοδεύεται από έναν θεσμικό προβληματισμό: πόσο μπορεί η Ευρώπη να αποκλίνει από το παραδοσιακό της μοντέλο, που στηρίζεται στην ενιαία αγορά, τον ανταγωνισμό και τους αυστηρούς κανόνες κρατικών ενισχύσεων; Ορισμένες φωνές προειδοποιούν ότι, στην προσπάθεια να μειωθεί η εξάρτηση από την Κίνα, η ΕΕ κινδυνεύει να υιοθετήσει ένα μοντέλο κρατικού παρεμβατισμού που προσομοιάζει σε αυτό του Πεκίνου.

Η ανησυχία δεν είναι μόνο ιδεολογική, αλλά και πρακτική: ένα καθεστώς εκτεταμένων εθνικών επιδοτήσεων μπορεί να κατακερματίσει την ενιαία αγορά, δημιουργώντας πλεονέκτημα για τα κράτη με μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο. Η εμπειρία της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης, όπου η Γερμανία ενεργοποίησε μεγάλα πακέτα στήριξης, τροφοδοτεί τον φόβο μιας «Ευρώπης πολλών ταχυτήτων» και στο πεδίο της βιομηχανικής πολιτικής.

Η δήλωση ανώτερου Ευρωπαίου διπλωμάτη, ότι «αν η Γερμανία επιδοτεί έναν σταθμό παραγωγής ενέργειας αντί να διορθώσει την ενεργειακή της αγορά, αυτό έχει συνέπειες», αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη σύγκρουση. Η επιλογή μεταξύ διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές ενέργειας και άμεσων επιδοτήσεων δεν είναι ουδέτερη ως προς τον ανταγωνισμό, τις τιμές και την κατανομή των επενδύσεων στην ΕΕ.

Γερμανική ισχύς, ευρωπαϊκές ανισορροπίες και το ενεργειακό κόστος

Στις Βρυξέλλες, η συζήτηση για τις επιδοτήσεις διασταυρώνεται με τον ρόλο της Γερμανίας. Η αυξημένη επιρροή του Βερολίνου, σε συνδυασμό με την κλίμακα των γερμανικών προγραμμάτων στήριξης, δημιουργεί ανησυχίες ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική μπορεί να διαμορφωθεί «de facto» με βάση τις επιλογές της μεγαλύτερης οικονομίας.

Για μικρότερες χώρες και βιομηχανίες με περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο, αυτό σημαίνει κίνδυνο απώλειας επενδύσεων και παραγωγικής δραστηριότητας. Αν οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων χαλαρώσουν χωρίς παράλληλη δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών εργαλείων χρηματοδότησης, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μεγαλύτερη συγκέντρωση παραγωγής σε λίγες χώρες με ισχυρά δημόσια ταμεία.

Το ενεργειακό κόστος βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της συζήτησης. Για ενεργοβόρους κλάδους όπως μέταλλα, χημικά και δομικά υλικά, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας και το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων καθορίζουν την απόφαση για το πού θα τοποθετηθούν οι επόμενες επενδύσεις. Η «στοχευμένη στήριξη» που αναφέρει ο Ευάγγελος Μυτιληναίος αφορά ακριβώς αυτούς τους μηχανισμούς αντιστάθμισης, ώστε η παραγωγή να παραμείνει εντός Ευρώπης.

Τι σημαίνει η στοχευμένη στήριξη για την Ελλάδα

Για την ελληνική βιομηχανία, η ευρωπαϊκή συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Η χώρα διαθέτει σημαντική ενεργοβόρο παραγωγή σε μέταλλα, τσιμέντο, χημικά και τρόφιμα, ενώ η δομή της αγοράς ενέργειας και το κόστος κεφαλαίου καθιστούν το τελικό ενεργειακό κόστος κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας. Η δυνατότητα εφαρμογής στοχευμένων μέτρων –είτε μέσω αντισταθμίσεων για το κόστος ρύπων, είτε μέσω ειδικών τιμολογίων και μακροχρόνιων συμβολαίων– επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα αυτών των κλάδων.

Η τοποθέτηση Μυτιληναίου εντάσσεται σε ένα ευρύτερο αίτημα των ελληνικών επιχειρήσεων για σταθερό, προβλέψιμο και ανταγωνιστικό ενεργειακό πλαίσιο. Η στοχευμένη στήριξη δεν αφορά μόνο την άμεση μείωση του κόστους, αλλά και τη δυνατότητα σχεδιασμού επενδύσεων σε αποανθρακοποίηση, αποθήκευση ενέργειας και αυτοπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές.

Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η επιλογή της Ευρώπης ανάμεσα σε μια πιο κοινή βιομηχανική πολιτική ή σε έναν αγώνα εθνικών επιδοτήσεων θα καθορίσει και το περιθώριο κινήσεων της Ελλάδας. Μοντέλο με ισχυρά ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης μπορεί να περιορίσει τις ανισορροπίες υπέρ των μεγάλων κρατών, ενώ ένα σενάριο χαλάρωσης των κανόνων χωρίς κοινό ταμείο κινδυνεύει να εντείνει τις αποκλίσεις.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η συζήτηση για στοχευμένη στήριξη της βιομηχανίας στο ενεργειακό κόστος είναι στρατηγικής σημασίας. Αν η ΕΕ κινηθεί προς ένα πιο ευέλικτο αλλά και πιο κοινό πλαίσιο ενισχύσεων, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει ευρωπαϊκούς πόρους για να στηρίξει τις εξαγωγικές και ενεργοβόρες επιχειρήσεις της χωρίς να διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία. Αντίθετα, ένα σενάριο όπου κυριαρχούν εθνικές επιδοτήσεις με βάση τη «δύναμη πυρός» κάθε κράτους θα ενισχύσει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα χωρών όπως η Γερμανία, αφήνοντας την ελληνική βιομηχανία να ανταγωνίζεται με υψηλότερο κόστος ενέργειας και περιορισμένα μέσα στήριξης. Η ουσία για την ελληνική αγορά είναι ότι η ενεργειακή πολιτική και η βιομηχανική πολιτική πλέον δεν μπορούν να σχεδιάζονται χωριστά: η πρόσβαση σε φθηνή, σταθερή και προβλέψιμη ενέργεια γίνεται προϋπόθεση για τη διατήρηση παραγωγικής βάσης και ποιοτικών θέσεων εργασίας στη χώρα.

#ΕΕ #βιομηχανία #ενέργεια #κρατικέςενισχύσεις #Metlen

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.