Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα, αλλά με χαμηλότερα ποσοστά από τις εκλογές, ενώ ο χώρος της αντιπολίτευσης παραμένει κατακερματισμένος. Η εικόνα αυτή διαμορφώνει ένα σύνθετο πολιτικό σκηνικό, με άμεσες προεκτάσεις για τη σταθερότητα της διακυβέρνησης και τον σχεδιασμό οικονομικής πολιτικής.
Η νέα δημοσκόπηση της Interview για το politic.gr καταγράφει ένα πολιτικό τοπίο όπου η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτο κόμμα με σαφές προβάδισμα, αλλά σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από τις τελευταίες εθνικές εκλογές. Την ίδια στιγμή, ο χώρος της αντιπολίτευσης εμφανίζεται έντονα κατακερματισμένος, με την άνοδο νέων σχηματισμών να αναδιατάσσει τις ισορροπίες χωρίς όμως να διαμορφώνει ξεκάθαρη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Τα βασικά ευρήματα: προβάδισμα ΝΔ, νέα αρχιτεκτονική στην αντιπολίτευση
Στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 29,5%, με διαφορά 15 μονάδων από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, που καταγράφει 14,4%. Το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί πολύ κοντά, στο 13,5%, αναδεικνύοντας μια ιδιότυπη «ισοπαλία» για τη δεύτερη θέση στον χώρο της κεντροαριστεράς και της αντιπολίτευσης. Στην τέταρτη θέση εμφανίζεται η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού με 8,5%, ενώ η Ελληνική Λύση λαμβάνει 7%, το ΚΚΕ 5,1%, η Φωνή Λογικής 4,5%, η Πλεύση Ελευθερίας 3,6%, το ΜέΡΑ25 3% και οι Δημοκράτες 2,9%.
Στην ακατέργαστη πρόθεση ψήφου, όπου αποτυπώνεται πιο καθαρά η τρέχουσα κινητικότητα, η Νέα Δημοκρατία καταγράφει 26,1%, το κόμμα Τσίπρα 12,8% και το ΠΑΣΟΚ 12,3%. Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» φθάνει το 7,5%, η Ελληνική Λύση 5,8% και το ΚΚΕ 5%. Ακολουθούν η Φωνή Λογικής με 3,9%, η Πλεύση Ελευθερίας με 3,2%, το ΜέΡΑ25 με 2,8% και οι Δημοκράτες με 2,5%. Ενδεικτικό της ρευστότητας είναι ότι οι αναποφάσιστοι ανέρχονται σε 12,7%, ποσοστό ικανό να αναδιαμορφώσει σημαντικά τις τελικές ισορροπίες.
Εμπιστοσύνη στη διακυβέρνηση και το «κόκκινο τηλέφωνο»
Πέρα από την πρόθεση ψήφου, η δημοσκόπηση φωτίζει το ζήτημα της θεσμικής εμπιστοσύνης και της αντίληψης για την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Στο ερώτημα ποιος πολιτικός αρχηγός θα έπρεπε να απαντήσει στο υποθετικό «κόκκινο τηλέφωνο» στις 3 τα ξημερώματα σε περίπτωση επίθεσης κατά της χώρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει το 34%, ο Αλέξης Τσίπρας 14% και ο Νίκος Ανδρουλάκης 13%. Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι, παρά τη φθορά, ο σημερινός πρωθυπουργός εξακολουθεί να θεωρείται από σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος ως ο πιο αξιόπιστος διαχειριστής σε συνθήκες κρίσης.
Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και στο ερώτημα ποιον πολιτικό αρχηγό εμπιστεύονται περισσότερο οι πολίτες για τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 29,9%, ενώ η επιλογή «κανένας» ακολουθεί με 15,2%, στοιχείο που καταγράφει κόπωση και αποστασιοποίηση από το πολιτικό σύστημα συνολικά. Ο Αλέξης Τσίπρας συγκεντρώνει 14,2%, ο Νίκος Ανδρουλάκης 10,1%, ο Κυριάκος Βελόπουλος 5,6% και η Μαρία Καρυστιανού 5,5%.
Προσδοκίες για νέα τετραετία και εικόνα των πολιτικών αρχηγών
Στο κεντρικό ερώτημα αν η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει μια ακόμη θητεία στις επόμενες εκλογές, το 44% απαντά «ναι» ή «μάλλον ναι», ενώ το 45% απαντά «όχι» ή «μάλλον όχι» και ένα 11% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ή δεν απαντά. Η σχεδόν απόλυτη ισορροπία των απαντήσεων δείχνει ότι, ενώ η ΝΔ παραμένει το κυρίαρχο κόμμα, η εκλογική της προοπτική δεν θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτώμενη από την πορεία της οικονομίας, το κόστος ζωής και την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων.
Η δημοσκόπηση εξετάζει και την εικόνα του Αλέξη Τσίπρα σε σύγκριση με την περίοδο διακυβέρνησης 2015-2019. Το 45% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι είναι σήμερα χειρότερος, το 32% τον κρίνει ίδιο και το 20% τον βλέπει καλύτερο. Τα ευρήματα αυτά καταδεικνύουν ότι η προσπάθεια επανεμφάνισης του πρώην πρωθυπουργού στη δημόσια σφαίρα συναντά σημαντικό βαθμό επιφυλακτικότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αποτύπωση των στάσεων απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά. Το 62% εκτιμά ότι πρέπει να αποσυρθεί από την πολιτική, το 27% ότι πρέπει να δημιουργήσει δικό του κόμμα, ενώ μόλις το 7% προκρίνει επιστροφή του στη Νέα Δημοκρατία. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η κοινωνική αποδοχή για μια θεσμική «επιστροφή στο παρελθόν» είναι περιορισμένη, ακόμη κι αν υφίστανται εσωκομματικές ή ιδεολογικές αναφορές.
Η θέση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» και ο άξονας Δεξιά–Αριστερά
Η δημοσκόπηση επιχειρεί επίσης να χαρτογραφήσει την πολιτική τοποθέτηση της Μαρίας Καρυστιανού και της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία». Σε κλίμακα 1 έως 10, όπου το 1 αντιστοιχεί στην άκρα Δεξιά και το 10 στην άκρα Αριστερά, ο σχηματισμός τοποθετείται στο 4. Πρόκειται για σημείο που αντιστοιχεί σε μια ήπια δεξιά–κεντροδεξιά αυτοτοποθέτηση, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την απήχησή του σε ένα τμήμα ψηφοφόρων που κινείται στην περίμετρο της ΝΔ, αλλά αναζητεί νέα πολιτικά σχήματα.
Η παρουσία της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» με ποσοστά άνω του 7% στην πρόθεση ψήφου και άνω του 8% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, σε συνδυασμό με την εμφάνιση της Φωνής Λογικής και την ανθεκτικότητα μικρότερων κομμάτων, αποτυπώνει ένα πολυκερματισμένο κοινοβουλευτικό χάρτη. Αυτό δημιουργεί μια δυναμική όπου η ΝΔ παραμένει πρώτη, αλλά η πιθανότητα μελλοντικών κυβερνητικών συνεργασιών –θεωρητικά– αυξάνεται, ακόμη κι αν σήμερα δεν βρίσκεται στο προσκήνιο.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη διακυβέρνηση και την οικονομική πολιτική
Η εικόνα που προκύπτει από τη δημοσκόπηση δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά και θεσμική. Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η Νέα Δημοκρατία, παρά τη φθορά, εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα σταθερότητας του συστήματος, γεγονός που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις αγορές και τους θεσμικούς επενδυτές. Η καθαρή πρωτιά λειτουργεί ως «άγκυρα» για την προσδοκία συνέχειας στην οικονομική πολιτική, ιδίως σε ό,τι αφορά τις μεταρρυθμίσεις, τη δημοσιονομική πειθαρχία και την αξιοπιστία έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών.
Ταυτόχρονα όμως, ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης και η υψηλή καταγραφή της επιλογής «κανένας» ως προς την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς αρχηγούς δείχνουν μια υποβόσκουσα θεσμική κόπωση. Σε βάθος χρόνου, αυτή η κόπωση μπορεί να μεταφραστεί σε αυξημένη αποχή, ενίσχυση αντισυστημικών φωνών ή αστάθεια στη διαμόρφωση πλειοψηφιών, με άμεσες συνέπειες για την ικανότητα υλοποίησης μακροπρόθεσμων επενδυτικών και μεταρρυθμιστικών σχεδίων.
Η ενίσχυση νέων σχηματισμών, όπως η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», αναδιαμορφώνει τον χώρο της κεντροδεξιάς, με πιθανές επιπτώσεις στις εσωτερικές ισορροπίες της ΝΔ και στη διαπραγματευτική της θέση έναντι κοινωνικών ομάδων και επαγγελματικών κλάδων. Αντίστοιχα, η αδυναμία διαμόρφωσης σαφούς πόλου εναλλακτικής διακυβέρνησης στον χώρο της κεντροαριστεράς περιορίζει την πίεση για ουσιαστικές προγραμματικές αντιπροτάσεις, κάτι που μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει σε βραδύτητα στην ανανέωση της δημόσιας πολιτικής.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, τα ευρήματα της δημοσκόπησης μεταφράζονται σε ένα σήμα σχετικής πολιτικής συνέχειας βραχυπρόθεσμα, αλλά και σε αυξανόμενη θεσμική αβεβαιότητα μεσοπρόθεσμα. Η διατήρηση της ΝΔ σε θέση σαφούς πρωταγωνιστή καθησυχάζει σε ένα βαθμό τους επενδυτές ως προς τη σταθερότητα της οικονομικής στρατηγικής και τη σχέση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ωστόσο, ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης, η άνοδος νέων σχηματισμών και η υψηλή αποστασιοποίηση από την πολιτική ηγεσία δημιουργούν ένα υπόστρωμα ρευστότητας που μπορεί, σε επόμενη φάση, να επηρεάσει την ταχύτητα λήψης αποφάσεων σε κρίσιμα πεδία όπως οι ιδιωτικοποιήσεις, οι μεγάλες υποδομές, η πράσινη μετάβαση και η φορολογική μεταρρύθμιση. Για τις επιχειρήσεις και την αγορά κεφαλαίου, το μήνυμα είναι ότι η σημερινή εικόνα σταθερότητας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτώμενη από την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να ανανεώνεται θεσμικά χωρίς να διαταράσσει τον μακροοικονομικό προσανατολισμό της χώρας.






