Ο Κωστής Χατζηδάκης συνδέει τις δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό της ΕΕ 2028-2034 με την ανάγκη κυβερνητικής ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας. Αναδεικνύει τα διακυβεύματα για την Ελλάδα, από τα κονδύλια έως τον ρόλο της επερχόμενης ελληνικής προεδρίας.
Σε μια στιγμή που οι διαπραγματεύσεις για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2028-2034 κινούνται ήδη σε δύσκολο έδαφος, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης επιλέγει να μεταφράσει την ευρωπαϊκή ατζέντα σε εσωτερικό πολιτικό διακύβευμα. Μιλώντας στη Ρόδο, σε υψηλού επιπέδου συνεδρίαση της Ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στην Επιτροπή των Περιφερειών, συνδέει ευθέως την έκβαση των διαπραγματεύσεων με το ποια κυβέρνηση θα βρίσκεται στην Αθήνα όταν κλείσει ο φάκελος του νέου προϋπολογισμού.
Τι διακυβεύεται στο νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο
Ο Κωστής Χατζηδάκης περιγράφει ένα περιβάλλον έντονων αποκλίσεων μεταξύ κρατών-μελών για το μέγεθος και τον προσανατολισμό του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπενθυμίζει ότι οι χώρες που συνεισφέρουν περισσότερο και αντιτίθενται στην αύξηση του προϋπολογισμού «ξεχνούν» πως σημαντικό μέρος των πόρων επιστρέφει στις ίδιες μέσω επενδύσεων, έργων και συμβάσεων. Η επιχειρηματολογία του εστιάζει στην ιδέα ότι η συνοχή και η ανταγωνιστικότητα δεν είναι αντίπαλοι στόχοι, αλλά «δύο όψεις της ίδιας ευρωπαϊκής στρατηγικής».
Η ελληνική θέση, όπως την περιγράφει, στηρίζεται στην ανάγκη για έναν προϋπολογισμό που ενισχύει την ανθεκτικότητα και την αυτονομία της Ευρώπης, με όφελος και για τις οικονομίες του Βορρά. Η αναφορά του σε «κοινό στρατηγικό συμφέρον» λειτουργεί ως μήνυμα προς τις κυβερνήσεις που πιέζουν για περιορισμό δαπανών, αλλά και ως προειδοποίηση ότι η διαπραγμάτευση δεν θα είναι τεχνική υπόθεση, αλλά πολιτική σύγκρουση για το μοντέλο της Ευρώπης την επόμενη δεκαετία.
Η ελληνική προεδρία και η ανάγκη «διαρκούς, σοβαρής και αξιόπιστης» παρουσίας
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στο χρονοδιάγραμμα: θεωρεί «εξαιρετικά πιθανό» η κατάληξη των διαπραγματεύσεων να συμπέσει με την επερχόμενη ελληνική προεδρία στο Συμβούλιο της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα δεν θα είναι μόνο αποδέκτης αποφάσεων, αλλά θα κληθεί να παίξει και συντονιστικό ρόλο ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χατζηδάκης υπογραμμίζει την ανάγκη για «διαρκή, σοβαρή και αξιόπιστη παρουσία στις Βρυξέλλες». Η διατύπωση αυτή δεν αφορά μόνο τη διπλωματική επάρκεια, αλλά και τη θεσμική συνέχεια: μια προεδρία που θα κληθεί να κλείσει τον προϋπολογισμό οφείλει να έχει σταθερή γραμμή, ικανότητα διαμεσολάβησης και πολιτικό βάρος. Το μήνυμα προς το εσωτερικό ακροατήριο είναι σαφές: η ελληνική προεδρία δεν θα είναι τελετουργική, αλλά θα φέρει συγκεκριμένο ρίσκο και ευθύνη για την τελική κατανομή πόρων.
Τα 50 δισ. ευρώ και η αποδόμηση του «δημοσιονομικού γκρεμού»
Σε ό,τι αφορά τις χρηματοδοτήσεις προς την Ελλάδα, ο Χατζηδάκης επιχειρεί να προλάβει την ανησυχία για την επόμενη μέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Χαρακτηρίζει «λάθος» την εντύπωση ότι η χώρα θα βρεθεί σε «δημοσιονομικό γκρεμό» και επικαλείται την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία, όπως λέει, προσεγγίζει για την Ελλάδα τα 50 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα νέα δανειακά εργαλεία και το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας.
Η αναφορά στο ποσό λειτουργεί ως πολιτικό αντίβαρο στον φόβο απώλειας των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ωστόσο, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η στήριξη αυτή δεν είναι δεδομένη, αλλά αντικείμενο διαπραγμάτευσης, την οποία η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα επιδιώξει να καταστήσει «ακόμα ουσιαστικότερη» για την Ελλάδα. Εδώ εντάσσει και την πολιτική του αναφορά στον πρωθυπουργό, τονίζοντας ότι «στο τιμόνι της χώρας υπάρχει ένας πρωθυπουργός πεπειραμένος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, και μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επίσης με ευρωπαϊκή τεχνογνωσία».
Το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας και ο κίνδυνος για τις μικρότερες χώρες
Κομβικό στοιχείο του νέου πλαισίου είναι το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, με προϋπολογισμό 410 δισ. ευρώ. Ο Χατζηδάκης επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα κονδύλια δεν θα κατανέμονται με εθνικές ποσοστώσεις, αλλά με βάση την αξιοπιστία και την καινοτομία των προγραμμάτων. Αυτό σηματοδοτεί μια στροφή από τη λογική της γεωγραφικής ισορροπίας προς μια λογική «αριστείας» και επιδόσεων.
Η ελληνική θέση, όπως τη διατυπώνει, ζητά «κάποιο συνδυασμό» ώστε να μην αδικούνται χώρες όπως η Ελλάδα και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η παραδοχή αυτή φωτίζει έναν υπαρκτό κίνδυνο: αν οι πόροι κατευθυνθούν κυρίως σε μεγάλα, ώριμα και τεχνολογικά προηγμένα οικοσυστήματα, οι μικρότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες μπορεί να βρεθούν σε μειονεκτική θέση. Παράλληλα όμως, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη «μπαίνει σε μια καινούργια εποχή», επιδιώκοντας να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της σε ένα «δύσκολο και ταραχώδες παγκόσμιο σκηνικό».
Πού θα κατευθυνθούν οι ευρωπαϊκοί πόροι για την Ελλάδα
Για την επόμενη προγραμματική περίοδο, ο Χατζηδάκης σκιαγραφεί τους βασικούς άξονες χρηματοδότησης: στήριξη της γεωργίας, έργα υποδομής, προγράμματα κοινωνικής πολιτικής, νέες νοσοκομειακές μονάδες και αναβάθμιση πανεπιστημίων. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι το στοιχείο που θα γίνει «εντονότερο» για περιφέρειες και επιχειρήσεις είναι η έμφαση στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα.
Επικαλείται τη «σύγκλιση» των κρατών-μελών γύρω από αυτή την κατεύθυνση και συνδέει τις ευρωπαϊκές επιλογές με τις προτάσεις της έκθεσης Λέτα και της έκθεσης Ντράγκι για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η πολιτική ανάγνωση είναι σαφής: η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε παραδοσιακές μορφές στήριξης, αλλά οφείλει να αναδιατάξει τις προτεραιότητές της, αν θέλει να αξιοποιήσει πλήρως τα νέα εργαλεία.
Ανταγωνιστικότητα, τεχνητή νοημοσύνη και η «ευκαιρία» για την Ελλάδα
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναγνωρίζει ότι, ανεξάρτητα από τις ευρωπαϊκές αποφάσεις, η χώρα «θα έπρεπε ούτως ή άλλως» να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας και της αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης. Η επισήμανση αυτή μετατρέπει τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό από εξωτερικό παράγοντα σε μοχλό εσωτερικού μετασχηματισμού.
Το γεγονός ότι «έρχεται η Ευρώπη και ενισχύει αυτή την προσπάθεια» παρουσιάζεται ως «ευκαιρία που πρέπει να αδράξουμε». Πίσω από τη διατύπωση αυτή κρύβεται ένα κρίσιμο ερώτημα για τη δημόσια πολιτική: αν η Ελλάδα διαθέτει τους θεσμούς, τη διοικητική ικανότητα και το παραγωγικό υπόβαθρο για να σχεδιάσει προγράμματα που θα ανταποκρίνονται στα κριτήρια αξιοπιστίας και καινοτομίας τα οποία θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στις διαπραγματεύσεις
Ο Χατζηδάκης, ως αντιπρόεδρος και της κυβέρνησης και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αναδεικνύει τον ρόλο του ΕΛΚ ως κεντρικού παίκτη στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Υπενθυμίζει ότι το ΕΛΚ είναι «το μεγαλύτερο κόμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση», ότι σχεδόν οι μισοί πρωθυπουργοί των 27 κρατών-μελών προέρχονται από αυτό και ότι μετέχει σε 17 κυβερνήσεις.
Με αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζει ότι το ΕΛΚ έχει «βαρύνοντα λόγο» στις εξελίξεις και ειδικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Η τοποθέτηση αυτή λειτουργεί διπλά: αφενός ως διαβεβαίωση ότι η Ελλάδα βρίσκεται «μέσα στον πυρήνα» των αποφάσεων, αφετέρου ως πολιτική ανάδειξη της κομματικής ταυτότητας της κυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τι ζητούν οι Ευρωπαίοι πολίτες από τον νέο προϋπολογισμό
Κλείνοντας, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επικαλείται τις διαβουλεύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τους πολίτες. Σύμφωνα με όσα μεταφέρει, οι Ευρωπαίοι ζητούν έναν προϋπολογισμό που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα «χωρίς να αφήνει καμία περιφέρεια και κανέναν πολίτη πίσω», που καθιστά την Ευρώπη πιο ισχυρή γεωπολιτικά και βελτιώνει «με απτό τρόπο» το βιοτικό επίπεδο.
Παράλληλα, αναδεικνύει την απαίτηση για «διαφάνεια, λογοδοσία και μετρήσιμα αποτελέσματα», συμπυκνώνοντας το αίτημα σε μια φράση: «μια Ευρώπη που να χρηματοδοτεί τις φιλοδοξίες της χωρίς να εγκαταλείπει τις αρχές της». Η αναφορά αυτή συνδέει το τεχνικό αντικείμενο του προϋπολογισμού με το πολιτικό ζήτημα της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και, εμμέσως, προς τις εθνικές κυβερνήσεις που διαχειρίζονται τα κονδύλια.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα πολίτη, η συζήτηση για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2028-2034 δεν είναι αφηρημένη ευρωπαϊκή τεχνοκρατία, αλλά προδιαγράφει το αν θα υπάρξουν πόροι για νοσοκομεία, πανεπιστήμια, αγροτική στήριξη και νέες επενδύσεις στην καινοτομία. Η μετατόπιση της Ευρώπης προς κριτήρια ανταγωνιστικότητας και αξιοπιστίας σημαίνει ότι η χώρα δεν αρκεί να διεκδικεί ποσά, αλλά πρέπει να αποδεικνύει ότι μπορεί να σχεδιάζει και να υλοποιεί σοβαρά προγράμματα, με μετρήσιμα αποτελέσματα και χωρίς σπατάλες. Η πολιτική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη: αν οι τελικές αποφάσεις συμπέσουν με την ελληνική προεδρία, η Αθήνα θα κριθεί όχι μόνο για το τι εξασφαλίζει για τον εαυτό της, αλλά και για το αν μπορεί να παίξει ρόλο αξιόπιστου διαμεσολαβητή στην Ευρώπη. Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία πιέζεται από ακρίβεια και ανισότητες, το αν οι ευρωπαϊκοί πόροι θα μεταφραστούν σε πραγματικές βελτιώσεις στην καθημερινότητα ή θα χαθούν σε διοικητικές καθυστερήσεις και αποσπασματικές επιλογές, θα αποτελέσει κεντρικό κριτήριο αξιολόγησης της πολιτικής τάξης τα επόμενα χρόνια.






