Ο ειδικός απεσταλμένος του Βλαντίμιρ Πούτιν, Κιρίλ Ντμίτριεφ, υποστηρίζει ότι η Δυτική Ευρώπη οδεύει προς «κατάρρευση» λόγω αποχής από τη ρωσική ενέργεια. Συνδέει την ενεργειακή κρίση με τεράστιες οικονομικές απώλειες και πολιτική φθορά στη Γερμανία.
Ο ειδικός απεσταλμένος του Ρώσου προέδρου για τις ξένες επενδύσεις και την οικονομική συνεργασία, Κιρίλ Ντμίτριεφ, επέλεξε να περιγράψει με δραματικούς τόνους την κατάσταση των οικονομιών της Δυτικής Ευρώπης, με αιχμή τη Γερμανία. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, υποστήριξε ότι η απόφαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να απορρίψουν τα ρωσικά ενεργειακά προϊόντα οδηγεί σε «κατάρρευση» και βαθιά οικονομική ζημία.
Τι υποστηρίζει η Μόσχα για το κόστος της ενεργειακής ρήξης
Ο Ντμίτριεφ ισχυρίστηκε ότι η Ευρώπη έχει ήδη χάσει περίπου 3 τρισ. € ως συνέπεια της διακοπής των εισαγωγών ρωσικής ενέργειας, μέτρο που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των κυρώσεων για τη στρατιωτική εκστρατεία της Ρωσίας στην Ουκρανία. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν να αντιλαμβάνονται το μέγεθος του κόστους, τόσο σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας όσο και σε επίπεδο δημοσίων οικονομικών.
Η ρωσική πλευρά επιχειρεί να παρουσιάσει την ενεργειακή αποσύνδεση ως κεντρικό παράγοντα της επιβράδυνσης και των πληθωριστικών πιέσεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η αναφορά σε απώλειες τρισεκατομμυρίων λειτουργεί πολιτικά ως επιχείρημα κατά της συνέχισης των κυρώσεων, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από το πεδίο της ασφάλειας και του διεθνούς δικαίου στο πεδίο του οικονομικού κόστους για τους ευρωπαίους πολίτες.
Η Γερμανία στο επίκεντρο και η φθορά του καγκελάριου
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Ντμίτριεφ στη Γερμανία, την οποία περιέγραψε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που υφίσταται τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης. Σύνδεσε τη δυσμενή οικονομική συγκυρία με τη δημοσκοπική εικόνα του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, υποστηρίζοντας ότι καταγράφει «τις χαμηλότερες αποδοχές στην ιστορία των Γερμανών καγκελαρίων».
Η πολιτική ανάγνωση που επιχειρεί η Μόσχα είναι σαφής: η ενεργειακή επιλογή της Γερμανίας, σε συνδυασμό με τη στήριξη προς την Ουκρανία, παρουσιάζεται ως βασική αιτία για την κυβερνητική φθορά. Με αυτόν τον τρόπο, η κριτική στις κυρώσεις μετατρέπεται σε κριτική προς τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, ενισχύοντας εσωτερικές αμφισβητήσεις και τροφοδοτώντας τον δημόσιο διάλογο για το αν το κόστος της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία είναι πολιτικά διαχειρίσιμο.
Συνάντηση με AfD και τα πολιτικά μηνύματα προς την Ευρώπη
Ο Ντμίτριεφ επιβεβαίωσε ότι θα συναντηθεί με εκπρόσωπο του γερμανικού ακροδεξιού, λαϊκιστικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης (SPIEF). Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα πλαίσιο επαφών της ρωσικής πλευράς με πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη που εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές απέναντι στις κυρώσεις και στη γραμμή στήριξης της Ουκρανίας.
Η επιλογή του χώρου –ενός οικονομικού φόρουμ που η Μόσχα χρησιμοποιεί ως βιτρίνα διεθνούς συνεργασίας– προσδίδει θεσμικό χαρακτήρα σε μια επαφή με κόμμα εκτός του γερμανικού κυβερνητικού κορμού. Στέλνει μήνυμα ότι η Ρωσία αναζητεί συνομιλητές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που να αμφισβητούν την κυρίαρχη γραμμή, επενδύοντας στις εσωτερικές πολιτικές αντιθέσεις των κρατών-μελών.
Πώς αξιοποιεί η Ρωσία την ενεργειακή κρίση στον δημόσιο λόγο
Οι δηλώσεις Ντμίτριεφ εντάσσονται σε μια ευρύτερη ρωσική στρατηγική που συνδέει την ενεργειακή κρίση με την κοινωνική δυσαρέσκεια στην Ευρώπη. Η αφήγηση περί «κατάρρευσης» λειτουργεί ως πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, παρουσιάζοντας τις κυρώσεις όχι ως εργαλείο πολιτικής, αλλά ως πηγή εσωτερικής αστάθειας και οικονομικής επιβάρυνσης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Μόσχα επιδιώκει να μετατρέψει την ενεργειακή εξάρτηση του παρελθόντος σε πολιτικό επιχείρημα για αναθεώρηση των κυρώσεων στο μέλλον. Η στοχοποίηση της Γερμανίας, ως κεντρικής βιομηχανικής δύναμης της Ευρώπης, έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς τυχόν μεταβολή της στάσης του Βερολίνου θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις στη συνολική ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσία.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, οι παρεμβάσεις Ντμίτριεφ υπενθυμίζουν ότι η ενεργειακή κρίση παραμένει εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης και όχι απλώς συγκυριακό φαινόμενο. Η Αθήνα, ως χώρα με ρόλο διαμετακομιστικού κόμβου και με οικονομία ευάλωτη στις διακυμάνσεις τιμών ενέργειας, οφείλει να παρακολουθεί στενά τόσο τις ρωσογερμανικές ισορροπίες όσο και την ενίσχυση ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων όπως η AfD, που μπορούν να επηρεάσουν συνολικά τη στάση της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία και, κατ’ επέκταση, το πλαίσιο ασφάλειας και επενδύσεων στην ευρύτερη περιοχή.






