Η «Νίκη» καταγγέλλει την κυβερνητική διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, επικαλούμενη ευρήματα της έκθεσης του ΔΝΤ για την Ελλάδα. Προτείνει μεταφορά των «κόκκινων» δανείων σε Δημόσιο Οργανισμό και αυστηρότερη εποπτεία των servicers από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Σε μετωπική κριτική για τον χειρισμό του ιδιωτικού χρέους προχωρά η «Νίκη», αξιοποιώντας την πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την ελληνική οικονομία. Το κόμμα θέτει στο επίκεντρο το πρόγραμμα «Ηρακλής», τον ρόλο των funds και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, αλλά και την εποπτική λειτουργία της Τράπεζας της Ελλάδος, ζητώντας πολιτικές και θεσμικές απαντήσεις.
Τι επισημαίνει η «Νίκη» για ΔΝΤ, «Ηρακλή» και ιδιωτικό χρέος
Η «Νίκη» στέκεται στην εκτίμηση του ΔΝΤ ότι, έξι χρόνια μετά την έναρξη του προγράμματος «Ηρακλής» και τη μαζική μεταβίβαση δανείων σε funds και servicers, ιδιωτικό χρέος περίπου 30% του ΑΕΠ παραμένει στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι η μεταφορά των δανείων εκτός τραπεζικών ισολογισμών δεν σήμανε και ουσιαστική αποσυμπίεση για τους οφειλέτες.
Το κόμμα υπογραμμίζει ότι οι οφειλέτες, που υπολογίζονται σε πάνω από 2,4 εκατομμύρια πολίτες, συνεχίζουν να βιώνουν ανασφάλεια και πίεση, παρά τις θεσμικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών. Η κριτική εστιάζει στο ότι το χρέος «δεν εξαφανίζεται όταν αλλάζει χέρια», αλλά παραμένει στα σπίτια και στις επιχειρήσεις, με την απειλή πλειστηριασμών να λειτουργεί ως μόνιμη απειλή.
Οι συστάσεις του ΔΝΤ και η στοχοποίηση κυβέρνησης και Τράπεζας της Ελλάδος
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης της «Νίκης» είναι οι αναφορές της έκθεσης του ΔΝΤ προς την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το Ταμείο ζητά από την κυβέρνηση να δημοσιεύει ετήσια έκθεση για την πορεία του προγράμματος «Ηρακλής» και για την πραγματική δημοσιονομική έκθεση του Δημοσίου, καθώς οι κρατικές εγγυήσεις μεταφέρονται στο δημόσιο χρέος όταν εκπέσουν.
Η «Νίκη» ερμηνεύει αυτή τη σύσταση ως έμμεση κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται οι κίνδυνοι των εγγυήσεων στα δημόσια οικονομικά. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανησυχία του ΔΝΤ για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) των τραπεζών, που αντιστοιχούν στο 44,5% των βασικών κεφαλαίων CET1. Κατά την «Νίκη», αυτό «απομυθοποιεί» την εικόνα σταθερότητας των συστημικών τραπεζών και δείχνει ότι οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαλειφθεί.
Στο ίδιο πλαίσιο, το ΔΝΤ, όπως παραθέτει η ανακοίνωση, ζητά από την Τράπεζα της Ελλάδος να ενισχύσει την εποπτεία επί των servicers, επιβάλλοντας υποχρέωση τακτικά επικαιροποιημένων επιχειρησιακών σχεδίων και ετήσιων εκθέσεων απόδοσης. Η «Νίκη» θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο το Ταμείο «αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα» της Τράπεζας της Ελλάδος και «την εγκαλεί για ανεπάρκεια», συνδέοντας την κριτική αυτή με καταγγελίες δανειοληπτών για έλλειψη διαφάνειας στη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης.
Η πολιτική στόχευση: Μητσοτάκης, Στουρνάρας και θεσμική λογοδοσία
Η ανακοίνωση εξατομικεύει την κριτική προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη και τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος επαναδιορίστηκε πρόσφατα. Η «Νίκη» υποστηρίζει ότι το ΔΝΤ «καρφώνει εμμέσως» την κυβέρνηση για τον χειρισμό των «κόκκινων» δανείων και συνδέει τις επισημάνσεις του Ταμείου με τις δικές της κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις, σημειώνοντας ότι σειρά ερωτήσεών της για τη λειτουργία των servicers παραμένει αναπάντητη.
Η πολιτική αιχμή στρέφεται στην επιλογή της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το ιδιωτικό χρέος κυρίως μέσω της δευτερογενούς αγοράς δανείων και όχι με έναν κεντρικό, δημόσιο μηχανισμό διαχείρισης. Κατά την «Νίκη», αυτή η στρατηγική άφησε τους οφειλέτες εκτεθειμένους σε πιέσεις, χωρίς επαρκή θεσμική προστασία, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησε δημοσιονομικούς και εποπτικούς κινδύνους που πλέον αναδεικνύει και το ΔΝΤ.
Η εναλλακτική πρόταση της «Νίκης» για Δημόσιο Οργανισμό
Απέναντι στο υφιστάμενο μοντέλο, η «Νίκη» επαναφέρει την πρότασή της για μεταφορά των «κόκκινων» δανείων σε Δημόσιο Οργανισμό. Ο φορέας αυτός, σύμφωνα με την ανακοίνωση, θα αναλάμβανε εξολοκλήρου τη διαχείριση των δανείων, με άμεση παύση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, πλην των περιπτώσεων κακοπληρωτών με επαρκή εισοδήματα που δεν εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η «Νίκη» ζητά διαγραφή προμηθειών, πανωτοκίων και πρόσθετων χρεώσεων, καθώς και δυνατότητα στον οφειλέτη να αγοράσει το δάνειο του ακινήτου του στην τιμή που το απέκτησαν τα funds. Η λογική της πρότασης είναι να αντιστραφεί η σημερινή σχέση ισχύος μεταξύ δανειοληπτών και επενδυτικών κεφαλαίων, με το Δημόσιο να παρεμβαίνει ως ρυθμιστής και διαμεσολαβητής.
Αίτημα για ανάληψη ευθυνών και δημόσιο απολογισμό
Η ανακοίνωση καταλήγει με σαφή πολιτική απαίτηση: «Η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος αντί να παρατηρούν το φαινόμενο, οφείλουν να αναλάβουν τις τεράστιες ευθύνες απέναντι στην κοινωνία και να απολογηθούν». Η «Νίκη» επιχειρεί να μετατρέψει τις τεχνικές παρατηρήσεις του ΔΝΤ σε εσωτερικό πολιτικό ζήτημα λογοδοσίας, συνδέοντας την οικονομική διαχείριση με τις κοινωνικές συνέπειες.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα σταθεροποίησης του τραπεζικού συστήματος και στην καθημερινότητα των οφειλετών που αντιμετωπίζουν πλειστηριασμούς και διαρκή διαπραγμάτευση με servicers. Η αντιπαράθεση γύρω από το ιδιωτικό χρέος αναδεικνύεται έτσι σε πεδίο όπου συγκρούονται διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο του Δημοσίου, των τραπεζών και των διεθνών θεσμών.
Σχόλιο
: Για τον πολίτη, η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική. Η επιμονή του ΔΝΤ στα θέματα διαφάνειας του «Ηρακλή», στην ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων και στην εποπτεία των servicers σημαίνει ότι το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους παραμένει ανοιχτό και θεσμικά ευαίσθητο. Αν η κυβέρνηση κινηθεί προς μεγαλύτερη λογοδοσία και έλεγχο, μπορεί να προκύψουν πιο καθαροί κανόνες για ρυθμίσεις, πλειστηριασμούς και συμπεριφορά των εταιρειών διαχείρισης. Αν, αντίθετα, περιοριστεί σε διαχειριστικές προσαρμογές, ο κίνδυνος είναι να συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση, όπου οι τράπεζες εμφανίζουν βελτιωμένους δείκτες, αλλά εκατομμύρια οφειλέτες αισθάνονται ότι διαπραγματεύονται μόνοι τους με μια κλειστή αγορά χρέους. Η πρόταση της «Νίκης» για Δημόσιο Οργανισμό αναδεικνύει την πίεση για πιο ενεργό ρόλο του κράτους, αλλά ανοίγει και τη συζήτηση για το ποιος θα επωμιστεί τελικά το κόστος: ο φορολογούμενος, οι τράπεζες ή τα επενδυτικά κεφάλαια. Σε κάθε περίπτωση, το ιδιωτικό χρέος παραμένει κρίσιμο πεδίο όπου θα κριθεί η αξιοπιστία των θεσμών και η κοινωνική αποδοχή της οικονομικής πολιτικής.






