Έργα ΑΠΕ αξίας 1 δισ. ευρώ παραμένουν σε «ουρά» για σύνδεση στο ελληνικό δίκτυο διανομής, σύμφωνα με νέα έκθεση της AFRY. Η καθυστέρηση συνδέεται με ρυθμιστικές και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, επηρεάζοντας επενδύσεις, αποθήκευση και την πορεία της ενεργειακής μετάβασης.
Ένα σημαντικό «απόθεμα» επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αξίας περίπου 1 δισ. ευρώ, παραμένει σε εκκρεμότητα για σύνδεση στο ελληνικό δίκτυο διανομής, σύμφωνα με νέα έκθεση της AFRY. Η μελέτη εστιάζει στις ρυθμιστικές και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που επιβραδύνουν την είσοδο νέας πράσινης ισχύος στο σύστημα, σε μια περίοδο που η αγορά χρειάζεται περισσότερο ευελιξία και σταθερότητα τιμών.
Ποια έργα ΑΠΕ «κολλάνε» στην ουρά σύνδεσης
Η AFRY επισημαίνει ότι στην Ελλάδα τα έργα ΑΠΕ με ισχύ άνω του 1 MW που βρίσκονται στην «ουρά» για σύνδεση στο δίκτυο διανομής αντιστοιχούν σε αξία 1 δισ. ευρώ. Από αυτά, το 49% αφορά φωτοβολταϊκά, το 45% έργα μπαταριών και το 6% αιολικά, αποτυπώνοντας τη στροφή της αγοράς τόσο στην ηλιακή παραγωγή όσο και στην αποθήκευση.
Στα φωτοβολταϊκά, τα αιτήματα φτάνουν τα 650 και αντιστοιχούν σε περίπου 3 GW ισχύος, δείχνοντας τον όγκο νέας παραγωγής που θα μπορούσε να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στη χονδρεμπορική αγορά. Στις μπαταρίες έχουν υποβληθεί 145 αιτήματα για 2 GW, στοιχείο κρίσιμο για την εξομάλυνση της μεταβλητότητας των ΑΠΕ. Στα αιολικά, 25 αιτήματα συμπληρώνουν την εικόνα, με μικρότερο μερίδιο αλλά σημαντικό ρόλο στην ποικιλία του ενεργειακού μίγματος.
Ένας διαχειριστής δικτύου: πλεονέκτημα ομοιομορφίας, αλλά με αντιδραστικό σχεδιασμό
Για την ελληνική αγορά, η AFRY σημειώνει ότι η ύπαρξη ενός μόνο διαχειριστή δικτύου διανομής συμβάλλει στην ομοιομορφία των διαδικασιών και των κανόνων. Ωστόσο, ο πενταετής σχεδιασμός ανάπτυξης του δικτύου βασίζεται αποκλειστικά στο κεφαλαιακό κόστος και ακολουθεί μια «αντιδραστική» λογική, δηλαδή προσαρμόζεται εκ των υστέρων στη συμφόρηση αντί να την προλαμβάνει.
Αυτό σημαίνει ότι οι επενδύσεις σε ενίσχυση και εκσυγχρονισμό του δικτύου δεν προπορεύονται της ζήτησης για νέες συνδέσεις, αλλά έρχονται ως απάντηση όταν η συμφόρηση έχει ήδη δημιουργηθεί. Η προσέγγιση αυτή περιορίζει τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να ενταχθούν νέα έργα ΑΠΕ, επηρεάζοντας τον προγραμματισμό των επενδυτών και την ταχύτητα της ενεργειακής μετάβασης.
Ανεφάρμοστη ακόμη η διαχείριση ζήτησης, βελτιωμένη η διαδικασία σύνδεσης
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι μέτρα για την προώθηση της διαχείρισης ζήτησης προβλέπονται ήδη στον Κώδικα, αλλά δεν έχουν εφαρμοστεί. Η διαχείριση ζήτησης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο αποσυμφόρησης του δικτύου, μειώνοντας τις αιχμές φορτίου και επιτρέποντας την καλύτερη αξιοποίηση της υφιστάμενης υποδομής, χωρίς να απαιτούνται άμεσα μεγάλες επενδύσεις.
Την ίδια στιγμή, η AFRY αναγνωρίζει ότι στη διαδικασία σύνδεσης έχουν γίνει βήματα βελτίωσης. Γίνεται λόγος για σαφέστερη προτεραιοποίηση των έργων και για σχετικά κριτήρια που καθορίζουν τη σειρά εξέτασης των αιτημάτων. Ωστόσο, η ύπαρξη τόσο μεγάλου όγκου έργων σε αναμονή δείχνει ότι οι θεσμικές βελτιώσεις δεν αρκούν από μόνες τους για να απορροφήσουν το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Επενδύσεις 1 δισ. ευρώ σε αναμονή και οι επιπτώσεις στην αγορά
Το γεγονός ότι έργα ΑΠΕ αξίας 1 δισ. ευρώ παραμένουν εκτός δικτύου σημαίνει ότι σημαντική νέα παραγωγική ισχύς και αποθήκευση δεν συμμετέχουν ακόμη στη διαμόρφωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Η καθυστέρηση αυτή διατηρεί την αγορά πιο «σφιχτή» από όσο θα μπορούσε, περιορίζοντας την πρόσθετη προσφορά που θα πίεζε τις τιμές, ιδίως σε ώρες υψηλής ηλιακής παραγωγής.
Παράλληλα, η μη έγκαιρη ένταξη των έργων μπαταριών στερεί από το σύστημα ένα κρίσιμο εργαλείο για την εξομάλυνση των διακυμάνσεων και την καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ. Αυτό μπορεί να μεταφράζεται σε μεγαλύτερη εξάρτηση από συμβατικές μονάδες σε περιόδους χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ, με επιπτώσεις στο κόστος και στη σταθερότητα της αγοράς.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, τα 3 GW φωτοβολταϊκών και τα 2 GW μπαταριών που περιμένουν στη «ουρά» σημαίνουν ότι ένα μέρος της δυναμικής για φθηνότερο και πιο σταθερό ρεύμα δεν έχει ακόμη περάσει στους λογαριασμούς. Όσο οι επενδύσεις 1 δισ. ευρώ καθυστερούν, η αγορά παραμένει πιο εκτεθειμένη σε διακυμάνσεις τιμών και σε υψηλότερο κόστος από συμβατικές μονάδες. Για την ελληνική αγορά ενέργειας, η επιτάχυνση των συνδέσεων και η ενεργοποίηση της διαχείρισης ζήτησης είναι κρίσιμες όχι μόνο για την επίτευξη κλιματικών στόχων, αλλά και για να μετατραπεί το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον σε πραγματική μείωση κόστους, ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού και σταθερότερο περιβάλλον για επενδυτές και επιχειρήσεις.






