Η ανακοίνωση της συμφωνίας-πλαισίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν προκάλεσε άμεση ανακούφιση στις διεθνείς αγορές. Το πετρέλαιο υποχώρησε, τα χρηματιστήρια αντέδρασαν θετικά και η ναυτιλιακή βιομηχανία άρχισε να προεξοφλεί τη σταδιακή επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους περί «τέλους του πολέμου» κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Η συμφωνία που αναμένεται να υπογραφεί επισήμως στη Γενεύη δεν αποτελεί οριστική ειρηνευτική διευθέτηση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια πολιτική ανακωχή διάρκειας 60 ημερών, μέσα στην οποία οι δύο πλευρές θα επιχειρήσουν να λύσουν τα πραγματικά ζητήματα που οδήγησαν στη σύγκρουση. Και αυτά τα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.
Το πρώτο και σημαντικότερο αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Παρά τις δημόσιες δηλώσεις, καμία οριστική συμφωνία δεν έχει επιτευχθεί για τον εμπλουτισμό ουρανίου, για τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει η Τεχεράνη ή για το καθεστώς των διεθνών επιθεωρήσεων. Στην πραγματικότητα, οι δυσκολότερες διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν και το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων του στη Μέση Ανατολή. Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι φιλοϊρανικές οργανώσεις στο Ιράκ και οι υπόλοιποι περιφερειακοί δρώντες έχουν ουσιαστικά εξαιρεθεί από το αρχικό πλαίσιο της συμφωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η βασική αρχιτεκτονική ισχύος της Τεχεράνης στην περιοχή παραμένει ανέπαφη.
Με απλά λόγια, ο πόλεμος σταμάτησε, αλλά οι λόγοι που τον προκάλεσαν εξακολουθούν να υπάρχουν.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία αποτελεί περισσότερο πολιτική ανάγκη παρά στρατηγική νίκη. Ο Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα αυξανόμενο οικονομικό κόστος, έντονες πιέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ και σημαντικές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Ένας παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου, να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και να πλήξει την αμερικανική οικονομία λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη εξασφαλίζει χρόνο. Η προοπτική αποδέσμευσης παγωμένων κεφαλαίων, η πιθανή χαλάρωση κυρώσεων και η επανεκκίνηση των εξαγωγών πετρελαίου προσφέρουν ζωτικής σημασίας ανάσες σε μια οικονομία που έχει υποστεί τεράστια πίεση τα τελευταία χρόνια.
Οι πραγματικοί νικητές της συμφωνίας, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, βρίσκονται στις αγορές και στη ναυτιλία.
Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί τη σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη. Από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και μεγάλο μέρος των εξαγωγών LNG του Κόλπου. Η επαναλειτουργία του δημιουργεί τις προϋποθέσεις για σταδιακή εξομάλυνση των ενεργειακών ροών, μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου και αποκλιμάκωση του κόστους μεταφοράς.
Για τους πλοιοκτήτες δεξαμενόπλοιων, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Παρά την πολιτική συμφωνία, αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς την άμεση επιστροφή πλοίων στην περιοχή. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι ναυλωτές και οι διαχειριστές στόλων περιμένουν να διαπιστώσουν αν η συμφωνία θα εφαρμοστεί στην πράξη και αν το περιβάλλον ασφάλειας θα βελτιωθεί ουσιαστικά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η αγορά πιθανότατα θα κινηθεί σε δύο φάσεις. Αρχικά θα υπάρξει αύξηση των διελεύσεων και επαναφορά φορτίων που είχαν παγώσει κατά τη διάρκεια της κρίσης. Στη συνέχεια, αν η συμφωνία αποδειχθεί βιώσιμη, θα ακολουθήσει πλήρης εξομάλυνση των εμπορικών ροών.
Παράλληλα, η Ευρώπη παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εξελίξεις. Η ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Μετά από τρία χρόνια ενεργειακών αναταράξεων, οι Βρυξέλλες βλέπουν στη συμφωνία μια ευκαιρία να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να μειώσουν τους κινδύνους για την οικονομική ανάπτυξη.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο ερώτημα παραμένει η βιωσιμότητα της συμφωνίας. Η ιστορία των σχέσεων ΗΠΑ και Ιράν είναι γεμάτη από προσωρινές συμφωνίες, αμοιβαία δυσπιστία και διαδοχικές καταρρεύσεις διαπραγματεύσεων. Η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα κατέρρευσε όταν οι ΗΠΑ αποχώρησαν μονομερώς το 2018. Η μνήμη εκείνης της εξέλιξης παραμένει ισχυρή στην Τεχεράνη.
Γι’ αυτό και οι επόμενες 60 ημέρες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δεν θα κρίνουν απλώς την τύχη μιας διπλωματικής πρωτοβουλίας. Θα καθορίσουν αν η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα περίοδο σχετικής σταθερότητας ή αν η σημερινή ανακωχή αποτελεί απλώς ένα διάλειμμα πριν από την επόμενη κρίση.
Οι αγορές δείχνουν να πιστεύουν στο πρώτο σενάριο. Η ιστορία, όμως, μας υπενθυμίζει ότι στη Μέση Ανατολή οι πολιτικές συμφωνίες συχνά αποδεικνύονται πολύ πιο εύθραυστες από όσο αρχικά φαίνονται.
Το πραγματικό τεστ δεν θα γίνει στη Γενεύη στις 19 Ιουνίου. Θα γίνει τους επόμενους δύο μήνες, όταν ΗΠΑ και Ιράν θα κληθούν να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν μια εύθραυστη εκεχειρία σε μια βιώσιμη γεωπολιτική συμφωνία.
SBC Insight
Για τις αγορές, η συμφωνία είναι περισσότερο οικονομικό παρά διπλωματικό γεγονός. Η αποκλιμάκωση του γεωπολιτικού κινδύνου μπορεί να μειώσει τις τιμές ενέργειας, να ενισχύσει το παγκόσμιο εμπόριο και να στηρίξει την ανάπτυξη. Ωστόσο, όσο παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα του πυρηνικού προγράμματος και της περιφερειακής επιρροής του Ιράν, το γεωπολιτικό risk premium δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Η περίοδος έως τα τέλη Αυγούστου αναμένεται να αποτελέσει τον καθοριστικό δείκτη για το αν ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή σταθερότητας ή σε έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας.







