Ο θάνατος του Άλαν Γκρίνσπαν σε ηλικία 100 ετών κλείνει οριστικά ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της παγκόσμιας οικονομικής ιστορίας. Για σχεδόν δύο δεκαετίες, από το 1987 έως το 2006, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ δεν ήταν απλώς ένας κεντρικός τραπεζίτης. Ήταν ίσως ο ισχυρότερος οικονομικός αξιωματούχος στον κόσμο.
Η επιρροή του ξεπέρασε τα όρια της νομισματικής πολιτικής. Οι αγορές παρακολουθούσαν κάθε του λέξη. Οι κυβερνήσεις προσαρμόζονταν στις αποφάσεις του. Οι επενδυτές αντιμετώπιζαν σχεδόν κάθε δημόσια παρέμβασή του ως χρησμό.
Ο Γκρίνσπαν υπήρξε η προσωποποίηση της εποχής της παγκοσμιοποίησης, της χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης και της πεποίθησης ότι οι αγορές, όταν αφεθούν ελεύθερες, μπορούν να αυτορυθμιστούν αποτελεσματικότερα από οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση.
Για μεγάλο διάστημα φαινόταν ότι είχε δίκιο.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του, οι Ηνωμένες Πολιτείες γνώρισαν μια από τις μεγαλύτερες περιόδους οικονομικής ανάπτυξης στη σύγχρονη ιστορία τους. Ο πληθωρισμός παρέμεινε χαμηλός, η ανεργία μειώθηκε και η Wall Street κατέγραφε αλλεπάλληλα ιστορικά υψηλά. Η λεγόμενη «Μεγάλη Μετριοπάθεια» (Great Moderation) δημιούργησε την εντύπωση ότι ο οικονομικός κύκλος είχε ουσιαστικά τιθασευτεί.
Η εικόνα αυτή μεταμόρφωσε τον Γκρίνσπαν σε θρύλο.
Όμως οι πραγματικά μεγάλες προσωπικότητες της οικονομικής ιστορίας δεν κρίνονται στις περιόδους ευημερίας. Κρίνονται από τις συνέπειες των ιδεών τους όταν οι συνθήκες αλλάζουν.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η δεύτερη ανάγνωση της κληρονομιάς του.
Ο Γκρίνσπαν ήταν βαθιά επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του οικονομικού φιλελευθερισμού και ειδικότερα από την Άυν Ραντ, με την οποία είχε στενή σχέση στα νεανικά του χρόνια. Πίστευε ότι οι αγορές διαθέτουν μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης και ότι η υπερβολική ρύθμιση δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.
Η πεποίθηση αυτή επηρέασε καθοριστικά την πολιτική του απέναντι στις τράπεζες, στα παράγωγα προϊόντα και στη χρηματοπιστωτική καινοτομία.
Η δεκαετία του 1990 και οι αρχές της δεκαετίας του 2000 χαρακτηρίστηκαν από μια πρωτοφανή επέκταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα παράγωγα πολλαπλασιάστηκαν, ο δανεισμός αυξήθηκε και η μόχλευση εκτοξεύθηκε. Αντί να επιβληθούν αυστηρότεροι κανόνες, κυριάρχησε η λογική ότι οι αγορές γνωρίζουν καλύτερα.
Η κατάρρευση του 2008 αποκάλυψε τα όρια αυτής της προσέγγισης.
Όταν η Lehman Brothers χρεοκόπησε και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα βρέθηκε στα πρόθυρα κατάρρευσης, ο ίδιος ο Γκρίνσπαν αναγκάστηκε να παραδεχθεί ενώπιον του αμερικανικού Κογκρέσου ότι υπήρχε «σφάλμα» στο μοντέλο σκέψης του. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Ο άνθρωπος που είχε ταυτιστεί όσο κανείς με την πίστη στις αυτορρυθμιζόμενες αγορές αναγνώριζε δημόσια ότι οι αγορές δεν προστατεύουν πάντα τον εαυτό τους.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η κρίση του 2008 οδήγησε ακριβώς σε αυτό που ο Γκρίνσπαν επί δεκαετίες θεωρούσε περιττό: περισσότερη εποπτεία, αυστηρότερη ρύθμιση και ενισχυμένο ρόλο των κεντρικών τραπεζών.
Σήμερα, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την κρίση, η συζήτηση επιστρέφει με νέα μορφή. Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, οι γιγαντιαίες αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών, η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος και η άνοδος του ιδιωτικού χρέους θυμίζουν σε αρκετούς αναλυτές τις υπερβολές προηγούμενων εποχών.
Το ερώτημα παραμένει διαχρονικό: μπορούν οι αγορές να αυτορυθμιστούν ή χρειάζονται διαρκή εποπτεία;
Η ζωή του Γκρίνσπαν προσφέρει μια σύνθετη απάντηση. Οι αγορές είναι εξαιρετικοί μηχανισμοί δημιουργίας πλούτου, αλλά όχι απαραίτητα μηχανισμοί σταθερότητας. Η καινοτομία γεννιέται συχνά από την ελευθερία, όμως η χρηματοπιστωτική σταθερότητα απαιτεί κανόνες.
Ίσως αυτή να είναι τελικά η σημαντικότερη παρακαταθήκη του.
Όχι ότι είχε πάντα δίκιο. Αλλά ότι η ιστορία της οικονομίας προχωρά μέσα από τη σύγκρουση ιδεών και την αναθεώρηση βεβαιοτήτων.
Ο Άλαν Γκρίνσπαν διαμόρφωσε μια ολόκληρη εποχή. Δημιούργησε ένα πρότυπο κεντρικού τραπεζίτη που επηρέασε γενιές πολιτικών και οικονομολόγων. Ταυτόχρονα, η κρίση που ακολούθησε έδειξε τα όρια αυτού του προτύπου.
Γι’ αυτό και η κληρονομιά του παραμένει τόσο σημαντική. Δεν είναι η ιστορία ενός αλάνθαστου τεχνοκράτη. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πίστεψε βαθιά στις αγορές, συνέβαλε στη μεγαλύτερη περίοδο οικονομικής επέκτασης της σύγχρονης Αμερικής και τελικά είδε τις ίδιες του τις βεβαιότητες να αμφισβητούνται από την πραγματικότητα.
Λίγοι οικονομολόγοι μπορούν να ισχυριστούν ότι άλλαξαν τόσο βαθιά τον κόσμο. Ακόμη λιγότεροι ότι συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις για το μέλλον του, ακόμη και μετά τον θάνατό τους.







