Η Wall Street έχει αποδείξει πολλές φορές ότι μπορεί να αγνοεί την οικονομική πραγματικότητα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο προβλέπουν οι περισσότεροι αναλυτές. Σήμερα όμως, η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά φαίνεται να πλησιάζει σε ένα σημείο όπου η αισιοδοξία ίσως μετατρέπεται σε υπερβολή. Παρά τις γεωπολιτικές κρίσεις, τις πληθωριστικές πιέσεις, τα υψηλά επιτόκια και την αυξανόμενη δημοσιονομική επιβάρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες συνεχίζουν να καταγράφουν νέα ιστορικά υψηλά. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι αγορές βρίσκονται σε ανοδική πορεία. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο ανθεκτική μπορεί να αποδειχθεί αυτή η άνοδος.
Ένας από τους σημαντικότερους δείκτες αποτίμησης, ο δείκτης Shiller CAPE, βρίσκεται σε επίπεδα που ιστορικά έχουν συνδεθεί με περιόδους έντονης υπερτίμησης. Με τιμή κοντά στο 42, απέχει σημαντικά από τον ιστορικό μέσο όρο των περίπου 16 μονάδων. Παρότι κάθε εποχή διαθέτει τα δικά της χαρακτηριστικά, οι αγορές σπάνια διατηρούν για μεγάλο χρονικό διάστημα τόσο υψηλές αποτιμήσεις χωρίς να ακολουθήσει μια περίοδος εξισορρόπησης.
Η διαφορά σε σχέση με προηγούμενες φούσκες είναι ότι η σημερινή αισιοδοξία βασίζεται σε μια πραγματική τεχνολογική επανάσταση. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί θεωρητική υπόσχεση αλλά ήδη μετασχηματίζει την παραγωγικότητα επιχειρήσεων, τη βιομηχανία λογισμικού, την υγεία, τη χρηματοοικονομική ανάλυση και την αυτοματοποίηση. Ωστόσο, ακόμη και οι πιο επαναστατικές τεχνολογίες δεν μπορούν να δικαιολογούν οποιαδήποτε αποτίμηση.
Η σημερινή αγορά παρουσιάζει μια ακόμη ιδιαιτερότητα. Η άνοδος συγκεντρώνεται σε έναν εξαιρετικά μικρό αριθμό εταιρειών. Οι λεγόμενες “Magnificent Seven” εξακολουθούν να καθορίζουν το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου των αμερικανικών δεικτών. Η συγκέντρωση αυτή αυξάνει σημαντικά τον συστημικό κίνδυνο. Όταν μια αγορά εξαρτάται υπερβολικά από λίγες μετοχές, οποιαδήποτε απογοήτευση στα εταιρικά αποτελέσματα ή στις προοπτικές ανάπτυξης μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρο το επενδυτικό οικοσύστημα.
Παράλληλα, η χρηματοδότηση αυτού του ανοδικού κύκλου βασίζεται σε πρωτοφανή επίπεδα μόχλευσης. Το margin debt παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ενώ η ευκολία πρόσβασης σε παράγωγα προϊόντα και μοχλευμένες επενδυτικές στρατηγικές αυξάνει την πιθανότητα μιας απότομης διόρθωσης. Η ιστορία των χρηματοπιστωτικών αγορών δείχνει ότι οι μεγαλύτερες κρίσεις δεν προκαλούνται μόνο από την υπερτίμηση των περιουσιακών στοιχείων αλλά κυρίως από τον υπερβολικό δανεισμό που τις συνοδεύει.
Ένας ακόμη παράγοντας κινδύνου αφορά τη νομισματική πολιτική. Παρότι η αγορά εξακολουθεί να προσδοκά σταδιακή χαλάρωση των επιτοκίων, οι πληθωριστικές πιέσεις αποδεικνύονται πιο επίμονες από ό,τι ανέμεναν οι κεντρικές τράπεζες. Εάν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών αναγκαστεί να διατηρήσει υψηλά επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή ακόμη και να προχωρήσει σε νέα αυστηροποίηση της πολιτικής της, οι αποτιμήσεις των εταιρειών υψηλής ανάπτυξης θα δεχθούν σημαντικές πιέσεις.
Δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί η δημοσιονομική διάσταση. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, ενώ το κόστος εξυπηρέτησής του αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες δημοσιονομικές δαπάνες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Για δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες απολάμβαναν το προνόμιο του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι αγορές θα αγνοούν επ’ αόριστον την επιδείνωση των δημοσιονομικών τους μεγεθών.
Η γεωπολιτική αποτελεί έναν ακόμη αστάθμητο παράγοντα. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, ο τεχνολογικός ανταγωνισμός γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τους ημιαγωγούς, αλλά και οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία, δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Μέχρι σήμερα οι αγορές δείχνουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις. Η ιστορία όμως έχει δείξει ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι συχνά τιμολογούνται απότομα και όχι σταδιακά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επίκειται αναγκαστικά μια μεγάλη χρηματιστηριακή κρίση. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία, η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν πραγματική οικονομική αξία. Ωστόσο, όσο οι αποτιμήσεις απομακρύνονται από τα θεμελιώδη μεγέθη, τόσο μικρότερα γίνονται τα περιθώρια λάθους για επενδυτές και επιχειρήσεις.
Οι επενδυτές συχνά πιστεύουν ότι οι αγορές ανεβαίνουν επειδή υπάρχουν μόνο θετικά νέα. Στην πραγματικότητα, οι μεγαλύτερες διορθώσεις εμφανίζονται συνήθως όταν η αισιοδοξία γίνεται σχεδόν καθολική και η αγορά θεωρεί δεδομένη τη συνέχιση της ανοδικής πορείας. Σήμερα, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί το νέο κυρίαρχο αφήγημα, όπως ήταν κάποτε το διαδίκτυο, η αγορά ακινήτων ή τα κρυπτονομίσματα. Η διαφορά είναι ότι η AI διαθέτει ισχυρότερα θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι μετοχές των εταιρειών που πρωταγωνιστούν στον κλάδο δεν μπορούν να διορθώσουν σημαντικά.
Το πιθανότερο σενάριο για τους επόμενους μήνες δεν είναι μια κατάρρευση αλλά μια περίοδος αυξημένης μεταβλητότητας και επιλεκτικής αναπροσαρμογής των αποτιμήσεων. Οι εταιρείες που θα αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη σε σταθερή κερδοφορία θα συνεχίσουν να ανταμείβονται. Αντίθετα, όσες βασίζονται κυρίως στις προσδοκίες της αγοράς ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με πολύ μεγαλύτερες πιέσεις.
Οι επόμενοι δώδεκα μήνες θα αποτελέσουν ίσως τη σημαντικότερη δοκιμασία της αμερικανικής αγοράς μετά την πανδημία. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πράγματι να αποτελέσει τη μεγαλύτερη τεχνολογική επανάσταση του 21ου αιώνα. Οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις όμως θα πρέπει τελικά να επιβεβαιωθούν από πραγματικά εταιρικά κέρδη και όχι μόνο από προσδοκίες.
SBC Σχολιο
Η αγορά δεν κινδυνεύει επειδή επενδύει στην τεχνητή νοημοσύνη. Κινδυνεύει όταν θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε αποτίμηση. Η ιστορία δείχνει ότι κάθε μεγάλη τεχνολογική επανάσταση δημιουργεί τεράστιους νικητές, αλλά και σημαντικές χρηματιστηριακές υπερβολές. Η πρόκληση για τους επενδυτές δεν είναι να προβλέψουν το μέλλον της AI, αλλά να ξεχωρίσουν ποιες εταιρείες θα μετατρέψουν την καινοτομία σε βιώσιμη κερδοφορία.







