Τον προβληματισμό, εντός της κυβέρνησης, για διαφορετική ποινική αντιμετώπιση των ατόμων που τελούν επανειλημμένως αξιόποινες πλημμεληματικές πράξεις δημοσιοποίησε ο υπουργός Επικρατείας Μάκης Βορίδης, σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό “Mega”.
Με αφορμή, συγκεκριμένα, τις συγκρούσεις ομάδων αντιεξουσιαστών και ακροδεξιών τις προάλλες στο Μοναστηράκι και το γεγονός ότι οι συλληφθέντες αφέθησαν ελεύθεροι, ο υπουργός Επικρατείας διερωτήθηκε μήπως, όταν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση αξιόποινων πλημμεληματικών πράξεων, «πρέπει κάπως να βαρύνουμε την υπόθεση αυτή; Γιατί προφανώς το ποινικό πλαίσιο δεν αρκεί» για τη μη τέλεση, εκ νέου, αξιόποινων πράξεων από το ίδιο άτομο.
«Ξέρω ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης σκέφτεται πάνω σε αυτό, να προτείνει νομοθεσία […] Ξέρω ότι στη σκέψη του υπουργού Δικαιοσύνης – το συζητήσαμε αυτό – είναι κάτι που τον απασχολεί», υπογράμμισε ο κ. Βορίδης.
Περιγράφοντας, άλλωστε, την ισχύουσα πραγματικότητα, με τη χορήγηση αναβολών, τις εξαγοράσιμες ποινές κ.ο.κ., συμπέρανε εν κατακλείδι πως «δεν έχει πραγματική ποινική συνέπεια».
Αλλάζοντας θέμα, σε αυτό του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, εισαγωγικώς σημείωσε ότι «η υπόθεση είναι στο επίπεδο της ποινικής δικαιοσύνης και καταλαβαίνω ότι η υπόθεση θα απασχολήσει το Κοινοβούλιο» (αναφερόμενος, έτσι, στην πρόταση, από το ΚΚΕ, για σύσταση εξεταστικής επιτροπής, όπως και στην προαναγγελία, εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, για σύσταση προανακριτικής επιτροπής).
Επιπροσθέτως, «μια πολιτική επιχειρηματολογία αναπτύχθηκε προεκλογικά και κρίθηκε πολιτικά μέσα από τις εκλογές. Δεν λέω ότι αυτή η υπόθεση δεν μένει να διερευνηθεί δικαστικά, και εφόσον το κρίνει αναγκαίο η αντιπολίτευση, θα κάνει περαιτέρω διερεύνηση το ελληνικό Κοινοβούλιο».
Κληθείς δε, να πάρει θέση επί της δηλώσεως που έκανε την Τετάρτη ο υπουργός Εργασίας ‘Αδωνις Γεωργιάδης, ανέφερε ότι «ο ‘Αδωνις το έθεσε σε μια προτεραιότητα. Τι είπε; Ότι η ακρίβεια απασχολεί πιο πολύ, το μεταναστευτικό απασχολεί πιο πολύ, η ανεργία απασχολεί πιο πολύ. Επειδή όλα αυτά απασχολούν, πράγματι, πιο πολύ, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί η Βουλή και με αυτό».







